Ακόμα ακούω το κλάμα του παιδιού μου…

Silhouette of refugees and barbed wire

Νύχτα. Προσπαθώντας να ανέβουμε το σκληροτράχηλο και «αφιλόξενο» βουνό. Μετά να κατέβουμε το βουνό. Στο μυαλό να έρχονται ιστορίες ανθρώπων που τους έφαγαν τα αγρίμια και τα αρπακτικά. Δεν έφτασαν ποτέ. Δεν επέστρεψαν ποτέ.

Λίγο ακόμα και φτάσαμε. Κι όμως, είμαστε ακόμα τόσο μακριά. Κανένα φως. Καμιά φωνή. Μόνο η νύχτα κι εμείς. Να κρατάμε εναλλάξ την πέντε μηνών κόρη μας στα χέρια. Να βαραίνει όλο και περισσότερο και να πιστεύω ότι θα λιποθυμήσω από το βάρος. Ακόμα λίγο. Προορισμός η Ελλάδα, Προορισμός, τότε, ένα άγνωστο μέρος που θα γινόταν η πραγματική μας πατρίδα.
Ακόμα και τώρα, υπάρχουν στιγμές που νομίζω ότι ακούω το κλάμα της. Κι ας είναι 22 στα 23. Κι ας ζει και εργάζεται πια στο Άμστερνταμ. Κι ας έχω τρία παιδιά συνολικά. Κι ας ζω πια ο ίδιος στη Σουηδία. Κι ας ζω με άνεση. Δύσκολα να ξεχάσω. Δεν θέλω να ξεχάσω. Δεν θα ξεχάσω.
Ακούω ακόμα το κλάμα της. Νιώθω να «σκίζει» το στήθος και την ψυχή μου, όταν διαβάζω ότι «η Αλβανία δεν θα ανοίξει τα σύνορα για τους πρόσφυγες».
Λίγο χώμα στον τάφο της μητέρας μου. Ένα βουβό αντίο πάνω στο φέρετρο του πατέρα. Ούτε αυτά τα απλά μπόρεσα να κάνω, λόγω μετανάστευσης.
Γιατί, Edi Rama, με κάνεις να ντρέπομαι από το παρελθόν μου;
Advertisements