Οταν πέθανε ο Πατερούλης

agohoxha2-thumb-large

Σαν σήμερα, στις 16 Οκτωβρίου 1908, γεννήθηκε ο Enver Hoxha. Που έμελλε να γίνει ο δικτάτορας της Αλβανίας, την οποία κυβέρνησε με πρωτοφανή αγριότητα και αυταρχισμό, για 40 ολόκληρα χρόνια. Την ημέρα που πέθανε, στις 15 Απριλίου 1985, σχεδόν ολόκληρο το έθνος, τον έκλαψε ως τον απόλυτο ηγέτη και θεώρησε ότι ο θάνατός του ισοδυναμούσε με την απόλυτη καταστροφή. Μας είχε πείσει – γιατί, ως μαθητής της 1ης Λυκείου, είχα πάρει μέρος στο πένθος κι εγώ- ότι μετά από εκείνον, υπήρχε μόνο το χάος. Για αυτή την ημέρα, έχω γράψει μερικά λόγια, πριν 5 χρόνια.
Ευτυχώς (για εμάς που ζούσαμε στην Αλβανία της παντοκρατορίας του) τα πράγματα άλλαξαν. Ευτυχώς, επίσης οι λαοί δεν χρειάζονται «σωτήρες» αλλά κυβερνήτες που θα τους υπηρετούν.
Δυστυχώς, όμως, ελάχιστοι είναι αυτοί που αντιλαμβάνονται έτσι την εξουσία. Οι περισσότεροι, άσχετα με το πώς την καταλαμβάνουν, την μεταχειρίζονται ως λάφυρο.

Το παρακάτω κείμενο, το έγραψα στις 12 Απριλίου 2010, στο Protagon: 

Λες και ξαφνικά θύμωσε ο θεός – που και να θύμωνε θα είχε δίκιο, διότι σε μας απαγορευόταν και δεν τον αποκαλούσαμε καν θεό – και τα έβαλε με τους Αλβανούς. Ήταν ένας μουντός και πολύ βροχερός Απρίλιος . Ασυνήθιστα βροχερός. Στα σημάδια και τις κατάρες κανένας μας δεν πίστευε- απαγορευμένα πράγματα ήταν όλα- και όλοι ήταν σίγουροι ότι αν έδινε μια εντολή ο σύντροφος Ενβέρ, όχι μόνο θα σταματούσε η βροχή αλλά θα έκανε και αυτοκριτική στο τέλος. Μόνο μια θεία μου μουρμούραγε συνεχώς ότι κάτι κακό θα συμβεί και αυτή τη φορά δεν θα μας γλυτώσει από το κακό ούτε ο ανυπέρβλητος αρχηγός ούτε το Κόμμα. Τα έλεγε μονολογώντας και από μέσα όλα αυτά η θεία διότι αν τα φώναζε μπορεί και να συλλαμβανόταν για προπαγάνδα.

Στο σχολείο είχε πλακώσει περίεργη σιωπή κι εμείς δεν είχαμε αμφιβολία ότι είχαν έρθει οδηγίες για άλλη μια ξαφνική στρατιωτική επιστράτευση των καθηγητών μας. Και όπως έπρεπε, δείχναμε στα φανερά να ανησυχούμε και να συμπαραστεκόμαστε και όλοι μας είχαμε, όπως μας είχαν πει, το απαιτούμενο υψηλό φρόνιμα. Θα έφτανε μόνο ένα νεύμα να ξεκινήσουμε να ψάλλουμε τον εθνικό ύμνο. Συνέβαινε το ίδιο κάθε φορά που το Κόμμα έκανε ανακοινώσεις για «μια ακόμα εχθρική επίθεση που απέτυχε να αποσταθεροποιήσει τη λαμπρή και επαναστατική πορεία της χώρας». Μετά από κάθε «θρίαμβο έναντι των Σοβιετικών και Κινέζων ρεβιζιονιστών» αλλά και τη «συντριβή κάθε ύπουλου σχεδίου των Αμερικανών ιμπεριαλιστών», που όλοι μαζί επιβουλεύονταν τις μεγάλες μας κατακτήσεις, το σχολείο μας γινόταν πεδίο πανηγυρισμών και οι καθηγητές μας, προπάντων ο διευθυντής μας που ήταν και μέλος του Κόμματος, μετατρεπόταν σε κομισάριους.

Σιωπή όμως, μεγάλη σιωπή εκείνη την ημέρα. Κάποια στιγμή , όταν πια κανένας δεν αμφέβαλλε πως κάτι τρομακτικό είχε συμβεί και μερικοί από μας είχαμε αρχίσει κιόλας να μας φανταζόμαστε με στρατιωτικές στολές και αρβύλες, δόθηκε η εντολή να μπούμε σε γραμμές ανάλογα με τις τάξεις. Στήθηκαν στη σειρά όλοι οι καθηγητές, και καθένας προσπαθούσε να κρύψει το κλαμένο πρόσωπό του για να μην προδοθεί. Έμοιαζαν σαν να μας ντρέπονται και πως δεν ήθελαν να μας δουν στα μάτια. Πρώτη φορά είχαν αλλάξει οι ρόλοι. Συνήθως εμείς δεν θέλαμε να τους δούμε ζωγραφιστούς.

Ο λόγος του Διευθυντού αυτή τη φορά δεν ήταν τόσο στιβαρός. Ούτε κι έμοιαζε με προαναγγελία κάποιας μεγάλης νικηφόρας πορείας. Κλαμένος κι αυτός, πιο πολύ αυτός, αφημένος σε λυγμούς και καταπίνοντας δάκρυα και μύξες μαζί, ίσα που πρόλαβε να πει: ο Κομαντάντε πέθανε! Είμαστε όλοι ορφανοί. Ήταν 11 Απριλίου του 1985 και μόλις είχε πεθάνει ο Ενβέρ Χότζα. Η βροχή που έπεφτε ασταμάτητα, δεν μπορούσε να σκεπάσει τα δάκρυα του διευθυντή και των καθηγητών μας.

Καλά τα έλεγε η θεία μου, μεγάλο κακό μας είχε συμβεί!

Advertisements