Ιστορίες αναμονής (και τρέλας) στα εξωτερικά ιατρεία

  • 2013091500265-preview

 Της ΜΑΡΙΛΗ ΜΑΡΓΩΜΕΝΟΥ*

Είναι σαν σινεμά πριν από ταινία πρώτης προβολής: δεν υπάρχει ούτε καρεκλάκι να καθίσεις. Λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι, μπαίνω στα εξωτερικά ιατρεία στο Ιπποκράτειο. Η ταινία που παίζεται σήμερα μοιάζει πολύ θλιβερή: πάνω από 25 άνθρωποι περιμένουν στις καρέκλες. Τρεις με μάσκα για τα μικρόβια, 2 σε αναπηρικό καρότσι κι ένας που μισοκοιμάται στην προτελευταία σειρά. Ολοι έχουν μέτωπο στη γιγαντοοθόνη της εισόδου, που όμως είναι κλειστή. Γιατί αν ήταν ανοικτή, θα έπρεπε να γράφει χρόνο αναμονής για κάθε γιατρό. Και η αναμονή αυτές τις μέρες στα εξωτερικά ιατρεία δεν μετριέται σε λεπτά, αλλά σε ώρες.

Ολοι έχουν ραντεβού, κι όμως όλοι περιμένουν. «Ολοι στα χέρια σε κοιτάνε, να δώσεις κάτι να σε προσέξουνε». Η γυναίκα δίπλα μου, στις καρέκλες των επειγόντων έχει το πόδι της μπανταρισμένο, κι είναι τουλάχιστον 70 χρόνων. «Εφυγε κι ο γιατρός μου απ’ το ΙΚΑ», κάνει. «Δεν υπάρχει καν ΙΚΑ τώρα», της απαντά η κοπέλα που τη συνοδεύει. «Ούτε γιατρός δεν υπάρχει, ούτε λεφτά να τον πληρώσεις. Θάλασσα τα κάναμε», απαντά εκείνη. «Επεσε όλος ο κόσμος στα νοσοκομεία». Και κάπως έτσι, γέμισαν οι αίθουσες αναμονής, τα ιατρεία, ακόμα και οι διάδρομοι.

Για να διασχίσεις τον διάδρομο στο ισόγειο του Ιπποκράτειου, σπρώχνεις τους ανθρώπους ζητώντας συγγνώμη. Στην πόρτα του ασανσέρ δεξιά γράφει «χαλασμένο», κι από κάτω με στυλό κάποιος έχει συμπληρώσει «εδώ και 15 χρόνια». Στο άλλο ασανσέρ περιμένουν δέκα – δέκα οι ασθενείς και οι επισκέπτες πότε θ’ ανοίξει η πόρτα. Ολόγυρα βρίσκεις σκορπισμένες κάρτες για «έμπειρη αποκλειστική 50 ευρώ / 12 ώρες» και «ασθενοφόρο Αθήνα – Επαρχία».

Στις τρύπες του συστήματος που δεν υπάρχει κανείς να κλείσει, οι πιο αδύναμοι υποφέρουν, περιμένοντας κάποιον να τους δώσει λίγη σημασία.

«Μα την προηγούμενη εβδομάδα πάλι σε σας ήρθαμε, και δεν τα σφραγίσαμε τα χαρτιά», ακούω μία φωνή απ’ το βάθος. «Ε, τώρα θα τα σφραγίσουμε», μια δεύτερη φωνή νευριασμένη. Πάω προς τα εκεί. «Δεν ξέρετε τι σας γίνεται!» η πρώτη φωνή – μια κυρία περί τα 40 σε κατάσταση ημιάγρια. «Τι λέτε κυρία μου που δεν ξέρω; Εσείς ξέρετε πως είμαι όλη μέρα εδώ με 200 άτομα να μου φωνάζουν;» η δεύτερη φωνή – η δύστυχη υπάλληλος που η μοίρα την έριξε στο γκισέ.

Οπως η πρώτη κυρία φεύγει αγριεμένη, το νοσοκομειακό σόου συνεχίζεται με τη γυναίκα από πίσω της. «Τρία όργανα σας χρεώνω!» της κάνει η άλλη ταμίας σαν να βρισκόμαστε σε κατάστημα εμπορίας οργάνων. Και πιο πίσω, μια κοπέλα σαν χαμένη. «Εχω έρθει απ’ τις 12.00», κάνει, «και με στείλατε στο υπόγειο, που είχα ραντεβού με αγγειοχειρουργό. Εχει πάει δύο παρά τέταρτο, και ο γιατρός δεν ήρθε ποτέ». Η ταμίας σηκώνει τους ώμους. «Τι να σας πω;» λέει. «Κι εμείς στο νοσοκομείο τον φιλοξενούμε. Αλλά ψάξατε καθόλου; Μήπως είναι πουθενά αλλού; Σε κανέναν όροφο;».

Καθώς η κοπέλα φεύγει μπερδεμένη για να ψάξει στο αχανές Ιπποκράτειο ένα γιατρό που δεν ξέρει καν τη φυσιογνωμία του, ένας γεράκος πλησιάζει στο γκισέ. «Εχω στις 3 ραντεβού», λέει. «Μπορώ να πληρώσω;». «Οχι», του απαντούν προς μεγάλη του έκπληξη. «Ηρθατε πολύ νωρίς. Να έρθετε στις 3 που ξεκινά η επόμενη βάρδια να πληρώσετε». Παραμιλώντας για το «νωρίς» και το «αργά», ο άνθρωπος κάθεται σε μια καρέκλα. «Κουράγιο, εγώ είμαι δύο ώρες ήδη εδώ πέρα», του λέει μια γυναίκα απ’ την πίσω σειρά και του χτυπά τον ώμο συμπονετικά. «Υπομονή. Κάποτε θα έρθει η σειρά μας». Σαν έργο του Μπέκετ.

kathimerini*

Advertisements