Το Εικοσιένα σε αλβανικά δημοτικά

Του Παντελή Μπουκάλα*

7686e41b3ed5f82f24d00b364f73113c_XLΊσως επειδή, από αφιλολόγητο σνομπισμό ή κοσμοπολίτικη ελαφρότητα, δεν τα υπολογίζουμε ως κείμενα μιας σπουδαίας ποιητικής τέχνης που δεν χρειάζονται οπωσδήποτε τη μουσική για να ψυχαγωγήσουν, με την πιο ακριβή σημασία του ρήματος αυτού, τα δημοτικά τραγούδια τα θυμόμαστε σχεδόν αποκλειστικά με κάποια επετειακή αφορμή και μόνο σαν βακτηρία της πανηγυρικής χορευτικής μας διάθεσης. Τα διέβαλε άλλωστε τόσο χυδαία η κατάχρησή τους από τη χουντική κακογουστιά, αλλά και γενικότερα από την πομπώδη εθνικιστική ρητορική (ακριβώς όπως συνέβη και με την αρχαιοελληνική κληρονομιά), ώστε αρκετοί από όσους τα ακούνε και τα μελετούν να αισθάνονται ότι χρωστούν εξηγήσεις και δικαιολογίες για το πάθος τους· λες και χρειάζεται δικολάβο η υψηλή διανοητική συγκίνηση.

Τα τραγούδια λοιπόν «τα έκαμναν οι χωριάτες, οι στραβοί με τες λύρες». Ετσι λέει στη «Διήγηση συμβάντων της ελληνικής φυλής» ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος μάλιστα πριν από κάποια μάχη είχε την αποτελεσματική ιδέα να προσαρμόσει στην περίσταση ένα παλιό δημοτικό, «Της νύχτας οι αρματολοί και της αυγής οι κλέφτες», για να ενθαρρύνει τα παλικάρια του: «Πρώτα τους ορμήνευσα μιλητά, έπειτα το έκαμα και τραγούδι και το ετραγούδησα», θυμάται. Στους τυφλούς ραψωδούς αναφέρεται επίσης ο Κλωντ Φωριέλ, στα «Προλεγόμενα» της συλλογής του με Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, που πρωτοεκδόθηκε στο Παρίσι, μέσα στην Επανάσταση, 1824-25: «Τα κλέφτικα τραγούδια είναι πιο εύκολο να αποδοθούν αποκλειστικά σε μια ειδική κατηγορία δημιουργών και είναι επίσης εκείνα για τα οποία ως προς τη σύνθεση και την κυκλοφορία τους μπορούμε να σημειώσουμε τις πιο ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για την ιστορία της λαϊκή ποίησης των Ελλήνων. Πως μερικά από αυτά τα τραγούδια είναι έργο κλεφτών που έδρασαν ή βρέθηκαν στις περιπέτειες που αναφέρονται, είναι πολύ πιθανό. […]. Αλλά τα περισσότερα θεωρούνται έργα τυφλών ζητιάνων που υπάρχουν σ’ όλη την Ελλάδα και θυμίζουν τους αρχαίους ραψωδούς με τόσο παρόμοιο τρόπο, που έχει κάτι το εκπληκτικό» (η μετάφραση είναι του Αλέξη Πολίτη, επιμελητή της έκδοσης της συλλογής του Φωριέλ από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).

Στους τυφλούς δημιουργούς του λαϊκού τραγουδιού αναφέρεται και ο Γεώργιος Τερτσέτης και βέβαια ο Νικόλαος Πολίτης, στο δοκίμιό του «Γνωστοί ποιηταί δημοτικών ασμάτων», ανάμεσα στους οποίους ο Δημητσανίτης Τσοπανάκος, αλλά και ο Μακρυγιάννης και ο Θεόδωρος Γρίβας, ο ταραχώδης βίος του οποίου έχει επίσης απαθανατιστεί από αρκετά δημοτικά. Και τυφλός ήταν ο γέροντας Ζακύνθιος τραγουδιστής Νικόλαος Κοκονδρής, που, όπως γράφει ο Σεφέρης στις «Δοκιμές», τον άκουσε ο Σολωμός «περνώντας μια νύχτα έξω από μια ταβέρνα» και «συγκινήθηκε τόσο στο άκουσμα των στίχων, που όρμησε μέσα στο καπελειό και πρόσταξε να τους κεράσουν όλους».

Η ύπαρξη τυφλών λαϊκών τραγουδιστών δεν έχει καταγραφεί μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες βαλκανικές χώρες, όπως στη Σερβία. Οι τυφλοί τραγουδιστές της Αλβανίας μάλιστα πέρασαν και στη λογοτεχνία μέσα από το μυθιστόρημα του Ισμαήλ Κανταρέ «Φάκελος “Ο”», που δεν του λείπει η φιλολογική αυθαιρεσία (κυκλοφόρησε το 1993, στις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου). Εν πάση περιπτώσει, και ανεξάρτητα από το πώς χωρίστηκαν Ελληνες και Αλβανοί στα πολεμικά πεδία, η ανώνυμη αλβανική ποίηση ύμνησε την ανδρεία καπεταναίων της Ελληνικής Επανάστασης αλλά και μοιρολόγησε μαζί με τον ελληνικό πληθυσμό σε στιγμές πένθους του. Και η ελληνική δημοτική μούσα επίσης τίμησε τη γενναιότητα αλλοεθνών, ακόμα και πολεμίων, καθώς και το πένθος του ξένου, έστω κι αν επρόκειτο για το πένθος εχθρού. Ξεχωριστό δείγμα το «Μοιρολόι Τούρκισσας», για τη μάνα του Κιαμήλ-μπέη, που με τον τρόπο του φανερώνει πως οι άνεμοι του χρόνου δεν σκόρπισαν την τίμια κληρονομιά των «Περσών» του Αισχύλου και των «Τρωάδων» του Ευριπίδη.

Τον περασμένο Οκτώβριο, με την ευκαιρία της άλλης εθνικής επετείου είχα παραθέσει εδώ (στην Καθημερινή) αλβανικά δημοτικά για τους Ελληνες πολεμιστές του ’40 (αντλημένα από το βιβλίο «Κάποιοι τραγουδούν δίπλα μας: Ανθολογία αλβανικής δημοτικής ποίησης», μετάφραση Θωμάς Στεργιόπουλος, επιμέλεια Παυλίνα Παμπούδη, εκδ. Ροές, 2007). Τα τραγούδια αυτά, ως προς το ήθος και τη λογική της αλληλεγγύης, είχαν τους προδρόμους τους σε όσα συνέθεσαν ανώνυμοι Αλβανοί στα χρόνια του ’21, για να δοξάσουν τον Ανδρούτσο («Πρώτος της γενιάς της νέας, / ο Ανδρούτσος ο Οδυσσέας: /Απ’ της Λιβαδειάς τα μέρη / άπλωσε βαρύ το χέρι, / καίει τζαμιά και Τούρκους σφάζει, / “Λευτεριά, ραγιάδες”! κράζει»), τον Μπότσαρη («Χύμηξαν τα παλικάρια, / οι Σουλιώτες τα λιοντάρια, / και στα χέρια τους τον παίρνουν / λαβωμένο αϊτό τον φέρνουν / στου Μεσολογγιού την πόλη, / να τον γιάνουν απ’ το βόλι. // Μα του κάκου, είναι χαμένος / ο αϊτός ο λαβωμένος… / Τον ξεκάνανε οι σκύλοι / και τον κλαίνε τώρα οι φίλοι. // Μεσολόγγι, πιες φαρμάκι! / Πάει το πρώτο μπαϊράκι… / Πού ’ν’ ο Μάρκος ο Σουλιώτης, / ο γενναίος στρατιώτης;»), τον Κανάρη και τον Καραϊσκάκη, ή για να δηλώσουν συμπάθεια για τη Χίο και την καταστροφή της, για το Μεσολόγγι και τις πολιορκίες του, και αργότερα για την Κρήτη και τις εξεγέρσεις της. Ούτε γραμματολογικό ούτε ιστορικό νόημα έχει η αυστηρή φιλολογική αποτίμηση των τραγουδιών αυτών (αν είναι απλοϊκά, αν κάποιοι στίχοι ή χαρακτηρισμοί έρχονται και ξανάρχονται κτλ.). Η μεγάλη τους αξία έγκειται στα αισθήματα και στην καθαρότητα με την οποία εκφράζονται σε καιρούς περίπλοκους.

Διαβάζουμε λ.χ. κάποιες στροφές για την καταστροφή της Χίου, που τόση συγκίνηση προξένησε στη λόγια Δύση: «Κιουταχή, του Σατάν φίλε, / του Οσμανλή του σκύλου σκύλε, / ω, καταραμένος να ’σαι! / Τον Θεό δεν τον φοβάσαι; / Σε γυναίκες και παιδάκια / και μωρά και γεροντάκια / εδώ βρήκες να ξεσπάσεις / και αθώους να χαλάσεις; // Το νησί κάψαν, ρημάξαν, / τους ανθρώπους όλους σφάξαν, / μαύρη γη πίσω αφήσαν / και να φύγουνε κινήσαν. // Μα στου γυρισμού το δρόμο / βρήκαν του Θεού το νόμο / απ’ τον καπετάν Κανάρη / που ’ρθε εκδίκηση να πάρει: // Μες στης νύχτας την αγκάλη, / λάμνοντας αγάλι αγάλι, / με μια βάρκα, μια σανίδα / πάει, κολλά στη ναυαρχίδα / με μπουρλότο την τινάζει / και ο τόπος λαμπαδιάζει!»

Το Εικοσιένα, που δίκαια συγκλόνισε τον κόσμο και πέρα από την Ευρώπη, το τίμησαν πολλοί, δικοί και ξένοι, ανώνυμοι και δοξασμένοι. Οι πιο απροσδόκητοι ύμνοι του, από γειτονικούς λαούς, συναριθμούνται σίγουρα στους συγκινητικότερους.

*Kathimerini

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Το Εικοσιένα σε αλβανικά δημοτικά

  1. Παρακαλώ πολύ εντοπίστε το ευμενές σχόλιο του Herman Melville για τον Κανάρη, στο κλασικό του έργο Moby-Dick.
    DG

    Μου αρέσει!

Τα σχόλια είναι κλειστά.