Μητριά πατρίδα

Γράφτηκε για το Protagon

ago--2-thumb-largeΤην πρώτη κιόλας στιγμή που την αντίκρισα, για το μόνο που αναρωτήθηκα ήταν, από ποιο κράτος των Βαλκανίων να είναι; Μελαχρινή, σχετικά κοντή, με γυαλιά μυωπίας, κάπως ντροπαλή και με ένα μόνιμο χαμόγελο που περισσότερο τόνιζε την αμηχανία της. Όσο ανακατευόταν με τις άλλες γυναίκες του εστιατορίου της σχολής, τόσο ξεχώριζε. Πρόλαβε η ίδια την επιθυμία μου να τη γνωρίσω και να κορέσω την περιέργεια. Άκουσε πρώτη για τη βαλκανική μου καταγωγή και ήρθε στο τραπέζι.

«Δήμητρα, μου συστήθηκε. Έμαθα ότι είσαι κι εσύ από τα μέρη μας και μιλάς ελληνικά. Χάρηκα που σε βρήκα. Είναι ωραίο να συναντάς ανθρώπους με κοινή καταγωγή. Αντίθετα από σένα, δεν είμαι νέα στη Σουηδία και δεν δυσκολεύομαι με τη γλώσσα». Σχεδόν δεν πρόλαβα να της πω ότι χάρηκα κι εγώ το ίδιο. Είμαι σίγουρος μάλιστα πως χάρηκα περισσότερο. Πολλές φορές, η μοναξιά δεν είναι σύντροφος μόνο εκείνων που ζουν μόνοι τους. Ειδικά όταν είσαι μετανάστης, ο πρώτος καιρός είναι συνυφασμένος με τη μοναξιά. Ο καλύτερος φίλος. Σιωπηλή και σκεπτική, περισσότερο και από σένα, στεγάζει τη νοσταλγία και τους φόβους, σε μια αδυσώπητη μάχη επικράτησης.

Σχεδόν με μια αναπνοή, άρχισε να διηγείται. «Η ίδια γεννήθηκα κι μεγάλωσα σε αυτή την πόλη, στο Μάλμε. Ήρθε ο πατέρας στη διάρκεια της χούντας κι έζησε εικοσιπέντε χρόνια. Πρόκοψε για τον εαυτό του και για εμάς. Μετακομίσαμε στην Ελλάδα το 1993, όταν ήμουν είκοσι ετών, και ο αδελφός μου 18. Έμειναν όλα στη μέση και γίναμε κι εμείς μετανάστες. Με ενθουσιασμό, όμως. Επιστρέψαμε στις Σέρρες, στον τόπο καταγωγής των γονιών μου. Φτάνει τόσο, είπε ο πατέρας. Ας επιστρέψουμε τώρα που η Ελλάδα ηρέμησε και μπήκαν τα πράγματα σε μια σειρά. Το είχε πιστέψει. Το είχαμε πιστέψει κι εμείς. Εκείνου του έλειπε η πατρίδα, εμένα και τον αδελφό μου μας φώναζαν οι καλοκαιρινές αναμνήσεις.

Ακριβώς είκοσι χρόνια μετά, ο πατέρας  συνταξιούχος πια και η μάνα νεκρή, αποφασίσουμε να επιστρέψουμε. Αυτή τη φορά, πιο φτωχοί από τότε και με περισσότερα διλήμματα. Για μας, μα πιο πολύ για τα δικά μας παιδιά. Παιδιά που τα κάνουμε τώρα μετανάστες. Τότε είχαμε φύγει με αεροπλάνο, τώρα επιστρέψαμε με αυτοκίνητο. Πατρίδα και μάνα έμειναν πίσω. Η μάνα νεκρή, η πατρίδα μητριά. Δεν αποτύχαμε, λέμε συχνά μεταξύ μας. Προσπαθούμε να μην ηττηθούμε από τις ενοχές. Απέτυχε η πατρίδα να μας κρατήσει, και ας ακούγεται εγωιστικό. Της αφήσαμε τα καλύτερά μας χρόνια. Δεν μετανιώσαμε, αλλά λυπηθήκαμε. Ποιος θέλει να ξεριζώνεται, και μάλιστα δυο φορές; Το ξέρεις κι εσύ ο ίδιος…».

Της φώναξαν και δεν πρόλαβα να της πω τίποτα. Στα πραγματικότητα, μόνο να την ακούσω ήθελα. Χάθηκε ανάμεσα στις άλλες γυναίκες, αφήνοντάς μου ένα συναίσθημα χαρμολύπης. Που τη βρήκα και που μας διέκοψαν. Ελπίζω, στην επόμενη συνάντηση να μην έχουν αποδράσει οι σκέψεις της. Έχω κι εγώ να της πω πολλά. Ξέρει κι αυτή από μετανάστευση…

Advertisements