Σαν σήμερα, πριν από 80 χρόνια, οι ναζιστές έκαψαν βιβλία

Το βράδυ της 10ης Μαΐου του 1933, 70.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν στην πλατεία της Όπερας του Βερολίνου όπου φοιτητές με κάρα και φορτηγά κουβαλούσαν χιλιάδες βιβλία, μεταξύ αυτών έργα επιφανών γερμανών συγγραφέων, ποιητών και φιλοσόφων για να τα κάψουν.

89146CBE59F56C59161A4ACECDFC0AAD

Το 1933 η ναζιστική Γερμανία έζησε το δικό της πνευματικό μεσαίωνα. Κυρίως φοιτητές έκαψαν βιβλία επιφανών γερμανών συγγραφέων. Ήταν το προοίμιο όσων θα ακολουθούσαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ήταν σαν σήμερα πριν από 80 χρόνια.Το βράδυ της 10ης Μαΐου του 1933, 70.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν στην πλατεία της Όπερας του Βερολίνου.

Μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους, φοιτητές με κάρα και φορτηγά κουβαλούσαν χιλιάδες βιβλία, μεταξύ αυτών έργα επιφανών γερμανών συγγραφέων, ποιητών και φιλοσόφων για να τα κάψουν.

Ο ναζιστής φοιτητής Χέρμπερτ Γκούτγιαρ, μόλις 23 χρονών, έβγαλε μια σύντομη ομιλία γεμάτη μίσος. «Παραδίδω στη πυρά ότι είναι αντιγερμανικό» είπε καταχειροκροτούμενος.

Μπροστάρηδες οι φοιτητές

Το κάψιμο των βιβλίων οργανώθηκε από το ναζιστικό καθεστώς που ήθελε να «καθαρίσει» την πνευματική ζωή της ναζιστικής Γερμανίας από την «αντεθνική» ιδεολογία. 20.000 βιβλία συγγραφέων, όπως ο Χάινριχ Μαν, ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ ή ο Γιόαχιμ Τίνγκελνατς παραδόθηκαν στην πυρά. Η ίδια εικόνα επαναλήφθηκε και σε άλλες γερμανικές πόλεις, κυρίως σε πόλεις με πανεπιστήμια. Εκεί οι φοιτητές είχαν «καθαρίσει» από καιρό τις δημόσιες βιβλιοθήκες από βιβλία συγγραφέων και δημοσιογράφων με «εχθρική» προς το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς ιδεολογία. Ανάμεσά τους ειρηνιστές, σοσιαλιστές και εβραίοι συγγραφείς. Οι εργαζόμενοι στις βιβλιοθήκες, οι καθηγητές αλλά και ο φοιτητικός κόσμος δεν αντέδρασαν, ακόμη κι αν δεν συμμετείχαν ενεργά, σε αυτό που ο ξένος τύπος ονόμασε «Ολοκαύτωμα των Βιβλίων». Από την πυρά δεν γλύτωσαν ούτε τα βιβλία για παιδιά του Έριχ Κέστνερ, ο οποίος μάλιστα ήταν και αυτόπτης μάρτυρας της πυράς εκείνο το βράδυ στην πλατεία της Όπερας. «Βρισκόμουν μπροστά από το Πανεπιστήμιο, ανάμεσα σε φοιτητές, το άνθος του έθνους μας, με ναζιστικές στολές, και έβλεπα τα βιβλία μας να γίνονται παρανάλωμα του πυρός» έγραφε αργότερα.

Έξοδος ή «γύψος»

Οι αντιδράσεις στο εξωτερικό ήταν έντονες. Ο συγγραφέας Χάινριχ Χάινε, βιβλία του οποίου κάηκαν, έγραφε αργότερα κάτι που αποδείχθηκε προφητικό: «Όπου καίνε βιβλία, στο τέλος θα κάψουν και ανθρώπους». Οι άνθρωποι του πνεύματος δεν μπορούσαν να μείνουν άλλο στη χώρα και έτσι άρχισε η έξοδος. Ο Τόμας Μαν, ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ και ο Λίον Φοϊχτβάνκερ γύρισαν τα νώτα τους στη ναζιστική Γερμανία. Στις χώρες της νέας εγκατάστασής τους άρχισαν να πολεμούν τους εθνικοσοσιαλιστές. Από το 1940 ο Τόμας Μαν, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ, κατήγγειλε το ναζιστικό καθεστώς από το BBC. «Είναι μια φωνή προειδοποίησης. Το να σας προειδοποιώ είναι μια μοναδική αποστολή που μπορεί να αναλάβει απέναντί σας ένας Γερμανός» είπε από τις συχνότητες του βρετανικού σταθμού.

Όποιος δεν μπόρεσε να φύγει, όπως ο Έριχ Κέστνερ, μπήκε στο γύψο. Λογοκρισία και απαγόρευση έκδοσης των έργων του. Η πλειοψηφία των Γερμανών, ανθρώπων του πνεύματος και καθηγητών αποδέχθηκε σιωπηλά χωρίς καμιά αντίδραση την πυρά των βιβλίων, ορισμένοι μάλιστα την επιδοκίμασαν. Το πιο πικρό ήταν ότι στο κάψιμο της γερμανικής πνευματικής προσφοράς στην ανθρωπότητα συνέβαλαν με μεγάλο ενθουσιασμό φοιτητές.

Πηγή:Deutsche Welle

Advertisements