Κανένα έθνος δεν έχει στο DNA του τον ρατσισμό

   Ο Νίκο Άγκο ήρθε στην Ελλάδα το 1992, όταν τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά τόσο για τους μετανάστες, όσο και για τους Έλληνες. Όπως τονίζει, μιλώντας στο ΑΜΠΕ: «Σήμερα άλλαξαν πολλά για όλους, αν όχι όλα».
    Αν και μπήκε σχετικά αργά στα ελληνικά ΜΜΕ, αφού έπρεπε να εμβαθύνει στη γλώσσα, στις συνεργασίες του με Έλληνες συναδέλφους και ανθρώπους δε συνάντησε πουθενά ρατσιστικό κλίμα, κάτι για το οποίο, όπως λέει ο ίδιος, αισθάνεται πολύ τυχερός.

    Ο κ. Άγκο, παρατηρεί και καταγράφει εδώ και αρκετά χρόνια το φαινόμενο του ρατσισμού. «Καμία κοινωνία δεν έχει στο DNA της τον ρατσισμό», λέει και προσθέτει: «Ειδικά στην Ελλάδα, βλέπουμε το δένδρο και χάνουμε το δάσος. Συγκεκριμένες πολιτικές και πρακτικές έχουν, στην ουσία, θρέψει τον ρατσισμό. Δεν «κόπηκε ποτέ το χέρι» κάποιου δουλέμπορου που φέρνει μετανάστες στην Ελλάδα και δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ τυφλές επιθέσει εναντίον μεταναστών».

    Για τον κ. Άγκο η ερμηνεία του φαινομένου είναι ξεκάθαρη: «Το μεγάλο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι η παράνομη μετανάστευση και η έλλειψη μιας συγκροτημένης μεταναστευτικής πολιτικής». 

    «Δε φταίει ο Αφρικανός που αναζητά μία καλύτερη τύχη. Φταίει η Ευρωπαϊκή πολιτική και ειδικά η συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ, φταίνε τα διάτρητα σύνορα της Ελλάδας, η μη τήρηση των συμφωνιών, σχετικά με την επαναπροώθηση των μεταναστών, με την Τουρκία».

    Το τραγικότερο πρόβλημα δε, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι που έρχονται στην Ελλάδα, χρησιμοποιώντας την, στις περισσότερες περιπτώσεις, ως ενδιάμεσο σταθμό για κάποια άλλη χώρα, τελικά εγκλωβίζονται και παραμένουν χωρίς τη θέλησή τους. 

    «Οι μετανάστες είναι όμηροι στην Ελλάδα. Θέλουν να φύγουν και δεν μπορούν», αναφέρει χαρακτηριστικά.

    «Οι μετανάστες είναι παντού μία τραγική μειοψηφία. Ειδικά στην Ελλάδα, πριν προλάβουν να ενταχθούν στην κοινωνία, υπό το βάρος της κρίσης, η πολυπολιτισμικότητα απέτυχε, εξαιτίας της λιποψυχία της πολιτείας», λέει, αναφερόμενος στον πολυσυζητημένο νόμο για την ιθαγένεια.

    Σχετικά με τις ευθύνες των ΜΜΕ για την εξάπλωση του φαινομένου υπογραμμίζει ότι τον τελευταίο καιρό, έχουν πάψει να ασχολούνται με το μεταναστευτικό ζήτημα. Ο λόγος; Οι περισσότεροι συνάδελφοι του που κάλυπταν το συγκεκριμένο θέμα έχουν πάψει να εργάζονται πλέον στις εφημερίδες τους, ενώ όπως τονίζει, «το να μιλάμε σήμερα για τους μετανάστες έχει πάψει να είναι πλέον στη μόδα».

    Επισημαίνει ότι μετά τον τραγικό θάνατο του Μανόλη Καντάρη, τον Μάιο του 2011, στην οδό Ηπείρου, για μία φωτογραφική μηχανή, οι ρατσιστικές επιθέσεις εναντίον μεταναστών από ακραίες ομάδες έχουν αυξηθεί δραματικά σε καθημερινή βάση, όπως καταγράφονται από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ και την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

    «Όπου υπήρξε κρίση, πάντα βρέθηκε πρόσφορο έδαφος για ακροδεξιά ρεύματα, τα οποία λαϊκίζουν ασύστολα και χαϊδεύουν τα αυτιά των οικονομικά πασχόντων», λέει και προσθέτει ότι «ας μην ξεχνάμε πως τα τάγματα εφόδου ήταν αυτά που προπορεύτηκαν των ταγμάτων του Μουσολίνι και του Χίτλερ».

    Καταλήγοντας ο Νίκο Άγκο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου λέγοντας πως «πρέπει να σκεφτούμε η δημοκρατία σε τι επίπεδο έχει φθάσει. Το 30% των μεταναστών έχει φύγει από την Ελλάδα. Πολλοί από τους υπόλοιπους θα βρουν κάποιο τρόπο επίσης να φύγουν. Οι πολιτοφυλακές όμως θα μείνουν εδώ».

Από συνέντευξη που έδωσα στο ΑΠΕ/ΜΠΕ και τον δημοσιογράφο, Ηλία Παλιαλέξη

Advertisements