Ο Νταλάρας και ο όχλος της γαργάρας

Το ότι είμαστε στα όρια της ζουρλομανδύας, το αποδεικνύουν πολλά πράγματα και πολλά γεγονότα. Συνεχόμενα και κατά συρροήν. Ένα μόνο μικρό δείγμα είναι και η επίθεση στον Γ. Νταλάρα. Και όχι τόσο η επίθεση- που από μόνη της φτάνει να χαρακτηριστεί φασιστική, και ας φωνάζουν οι επιτιθέμενοι και οι χειροκροτητές της στο όνομα της δημοκρατίας (τρομάρα τους)- αλλά τα λόγια και τα συνθήματα που συνόδευαν την επίθεση.  «Προδότη» και «δοσίλογο» έλεγαν τον Νταλάρα. Μα με τα ίδια λόγια δεν απευθύνονται και στους κυβερνώντες; Υπήρξε ο Νταλάρας πρωθυπουργός μας και έχασα τέτοιο κοσμοϊστορικό γεγονός; Διαβάστε το κείμενο κάτω από την εικώνα, έχει πολύ ενδιαφέρον.  

αναδημοσίευση από το LIFO

Όταν όσο περνάει ο καιρός, ο όχλος δημιουργεί νέες εστίες και τα αυγά του προπατορικού ερπετού πολλαπλασιάζονται, το ένα αυγό του φιδιού θα μοιάζει σε λίγο με ευκταίο σενάριο

Την τελευταία τριακονταετία του 20ου αιώνα τα μουσικά πράγματα της χώρας σημαδευτηκάν αναμφίβολα από την παρουσία ενός ονόματος: του Γιώργου Νταλάρα. Έχοντας μουσικές καταβολές – και μια μικρή αλλάγή στο επώνυμο από Νταράλας σε Νταλάρας για να διαφοροποιηθεί από τον συνθέτη πατέρα του- ο συγκεκριμένος τραγουδιστής κατάφερε να δημιουργήσει ένα αυτόνομο μουσικό μέγεθος που μεσουράνησε κυρίως από τα χρόνια της μεταπολίτευσης και έπειτα.

Η μετέπειτα πορεία του λίγο πολύ γνωστή. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως με τα χρόνια το όνομα Νταλάρας έγινε κάτι σαν μουσικό κατεστημένο. Τραγούδησε κάθε είδος μουσικής. Από ροκ και ρεμπέτικα μέχρι λάτιν και βυζαντινούς ύμνους. Εμφανίστηκε σε νυχτερινά κέντρα, σε στάδια, περιοδευσε στο εξωτερικό, συνεργάστηκε με ονόματα της διεθνούς μουσικής σκηνής -Στινγκ, Μπρέγκοβιτς έως και Σουλφί Λιβανελί. Γενικά πρέπει να είσαι πολύ μικρόψυχος και μίζερος άνθρωπος για να αμφισβητήσεις την αξιοζήλευτη πορεία του στα μουσικά πράγματα.

Λακούβες υπάρχουν όμως παντού-στην Ελλάδα ζούμε. Το θέμα με τις συναυλίες για την Κύπρο, η αστεία σχεδον διαμάχη με τον Τζίμη Πανούση, η υπόθεση με τις εκκρεμότητες του στην Εφορία που τακτοποιήθκαν, η κυριαρχία του γενικά στη δημόσια καλλιτεχνική ζωή του τόπου επέφερε κόπωση και αρνητικές διαθέσεις σε κάθε του νέα εμφάνιση – κυρίως από τις νεότερες γενιές. Χωρίς να ταχθεί άμεσα υπέρ, έδωσε την εντύπωση οτι το ΠΑΣΟΚ είναι ο χώρος του, κάτι που ενισχύθηκε με την υποψηφιότητα της συζύγου του κ. Άννας Νταλάρα στις τελευταίες εκλογές όπου και η τελευταία αναδείχθηκε βουλευτής. Ο ίδιος αποτραβήχτηκε για να μην ταυτίζεται τόσο με τη συζυγό του ίσως και άφησε χώρο μήπως και αναπτυχθεί το όποιο πολιτικό της ταλέντο. Εμφανιζόταν ωστόσο περιστασιακά όπως στην συναυλία που δόθηκε στον Άγιο Παντελεήμονα και έδωσε σχετικά λίγες συνεντεύξεις.

Και τότε ξέσπασε η θύελλα. Πολιτική, κοινωνική, θύελλα τελικά αξιών που όλα τα πήρε στο διάβα της και οτιδήποτε έμοιαζε μεχρι χθές ακλόνητο σήμερα βολοδέρνει σαν ξερό φύλλο στον άνεμο. Η λαϊκή οργή έγινε μια καλή δικαιολογία και έτσι περάσαμε από την Κυριακή των Βαϊων στο «άρον άρον σταύρωσον Αυτόν» εν μία νυκτί. Κινήσεις πολιτών που μετατράπηκαν σε όχλο, γιαουρτώματα, προπηλακισμοί..Ένας υφέρπων φασισμός κυρίευσε τους «ανοιχτόμυαλους» και «σοφούς» πολίτες και τα βάζουν με κανάλια, εφημερίδες και γενικά με ότι διαφωνεί με την επαναστατική τους άποψη. Όλο αυτό βεβαια είχε αρχίσει να διαφαίνεται από τις πρώτες μέρες της Πλατείας των Aγανακτισμένων με τις αυτοαποκαλούμενες Λαικές Συνελεύσεις να εκτροχιάζονται ιδεολογικά, με την πολιτικοποίηση του φάσκελώματος, με την λογική του μαζευόμαστε μπούγιο και κράζουμε πολιτικούς όπου τους βρίσκουμε τραβόντας παράλληλα και βιντεάκι για το γούστο του διαδικτυακά επαναστατημένου πόπολου. Μια κοινωνία ολόκληρη έδειξε ανοχή και τελικά αποδέχεται de facto την καφρίλα ως τρόπο αντίδρασης. Και αυτό με απλά λόγια λέγεται ανοχή σε φασιστικές συμπεριφορές. Όταν όσο περνάει ο καιρός, ο όχλος δημιουργεί νέες εστίες και τα αυγά του προπατορικού ερπετού πολλαπλασιάζονται, το ένα αυγό του φιδιού θα μοιάζει σε λίγο με ευκταίο σενάριο.

Στο πλαίσιο αυτής της εκτος πλαισίου συμπεριφοράς στόχος έγινε τελικά ο Νταλάρας. Το κρυπτοκαφρόφιλο κοινό έβγαλε έναν στεναγμό ανακούφισης γιατί «του άξιζε του συστημικού» και οι υπόλοιποι προσπαθούν να καταλάβουν τι και ποιός έχει σειρά. Που θα φτάσει αυτή η καθαρά αντικοινωνική τάση, αυτός ο εκφοβισμός προς κάθε τι που αντιβαίνει την λογική κάποιων λίγων που έχουν αρχίσει δυστυχώς να στριμώχνονται στα άκρα εκτονώνοντας τα αισθήματα αγέλης που έθρεψε αυτή η αρρωστημένη εποχή.

Είναι όμως πραγματικά να απορεί κανείς πως ένας τόσο λαοφιλής καλλιτέχνης έχασε τελικά την επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα. Πώς έγινε και δεν συνειδητοποίησε πόσο μέρος του συστήματος ήταν κι αυτός εδώ και χρόνια. Όταν η συζυγός του έγινε μέλος της κυβέρνησης που υπέγραψε το μνημόνιο, είναι απορίας άξιο πως δεν θεώρησε ότι το επώνυμο «Νταλάρα» κοντά στο ουσιαστικό «κυβέρνηση» θα δημιουργούσε απωθητικούς συνειρμούς στις μνημονιόπληκτες μάζες, είτε σε έλεγαν Γιώργο είτε Άννα. Σε πρόσφατη συνέντευξη του έλεγε πως μένει στη Φιλοθέη αλλά κοιτάει τα δυτικά προάστια στα μάτια. Τότε όλοι καταλάβαμε πως έχει μια στρεβλή εικόνα της κατάστασης. Κάτι που αποδείχθηκε όταν λίγους μήνες μετά τους προπυλακισμούς της συζύγου του (στην Κέρκυρα αν δεν κάνω λάθος) θα ανακοίνωνε και θα πραγματοποιούσε συναυλίες ανοιχτές για το κοινό σε μία Αθήνα που σιγοβράζει στην κοινωνική κρίση. Ίσως το έκανε για να πάει κόντρα σε αυτό το νοσηρό κλίμα, ίσως πάλι να θεωρησε οτι ως καλλιτέχνης θα είχε μια διαφορετική αντιμετώπιση. Όσοι είδαν το βίντεο θαύμασαν την στάση που τήρησε και την υπομονή του απέναντι σε «γαβγίσματα» κατηγοριών: προδότης και δωσίλογος. Είναι σχεδόν βέβαιο οτι όσοι τις εκστόμιζαν δεν ξέρουν καν τη σημασία τους αλλά απλά διαλέγουν ανάμεσα σε άλλες αγαπημένες «καραμέλες» από μια γκάμα που περιλαμβάνει επίσης τις δημοφιλέστατες «νενέκος», «γερμανοτσολιάς», «ανθέλληνας» κ.ο.κ. Το λεξιλόγιο αυτό που αγαπά να μεταχειρίζεται (αστοχα) ένα μέρος αυτών των άκρων που λες και αγωνίζονται πια με διελκυστίνδα για το ποιος είναι περισσότερο Έλληνας.

Σε αυτόν τον αγώνα που έχουν επιδοθεί τα «άκρα», οι αντιθέσεις οξύνονται. Οι διαχωριστικές γραμμές χαράσσονται, ωστόσο τα όρια μεταξύ λογικής και παραλογισμού γίνονται δυσδιάκριτα. Η μετάλλαξη του λαού σε όχλο γίνεται εξαιρετικά γρήγορα. Η επιστροφή όμως στην προτέρα κατάσταση θέλει πολλή δουλειά από μέσα. Αυτοκριτική από όλους είτε αποτελούν μέρος του δημόσιου βίου είτε όχι. Αυτή η νέα εποχή που ξημερώνει δεν μπορέι να έχει ως όραμα μόνο γιαούρτια και καρέκλες να εκσφενδονίζονται προς ότι δεν αρεσει.

Advertisements