Ένας σπουδαίος Τούρκος

Πριν δυο χρόνια, τέτοιες μέρες, με κάλεσαν σε ένα Λύκειο της Αθήνας να μιλήσω για την Παγκόσμια Ημέρα του Μετανάστη. Μεταξύ των πολλών μαθητών, διακείμενοι θετικά η πλειονότητά τους προς τους μετανάστες, υπήρχε και ένας μαθητής, ο «δυνατός» τους σχολείου όπως μου είπαν οι καθηγητές, ο οποίος είχε γράψει συνθήματα για την Χρυσή Αυγή στους τοίχους και στα θρανία. Ξεκίνησα τη κουβέντα ρωτώντας να μάθω τις οπαδικές προτιμήσεις των αγοριών κυρίως, για να φτάσω εκεί που ήθελα. Ο «δυνατός» υποστήριξε με θέρμη, καλύπτοντας με τη μπάσα φωνή του όλους τους άλλους, ότι είναι «τριφυλλάρα». Τον ρώτησα τότε: αν ένας φίλος σου «ολυμπιακάρα», έβριζε τον Σωτήρη Νίνη ή τον Ελίνι Δημούτσο, πώς θα αντιδρούσες; «Θα τον έδερνα», μου απάντησε κοφτά!

Μα θα έδερνες τον φίλο σου για δυο Αλβανούς; Το μαθητικό ακροατήριο ξέσπασε σε δυνατά χαμόγελα και κραυγές επιδοκιμασίας ενώ ο φίλος μας απάντησε με κάποια καθυστέρηση: καταρχήν δεν είναι Αλβανοί και δεύτερον, άλλο ποδόσφαιρο και άλλο ζωή. Του εξήγησα ότι είναι παιδιά μεταναστών από την Αλβανία αλλά μάλλον δεν κατάφερα να τον πείσω. Τέτοια περίπτωση είναι και ο νυν τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού Stefano Kapino, όπως τέτοιος είναι και ο Παναγιώτης Κονέ, ο Ανδρέας Τάτος και τόσοι άλλοι σε όλες τις ελληνικές ομάδες, μέλη των εθνικών ομάδων.

Για εκείνους που ξέρουν το τόπι, το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο οι τέσσερις γραμμές. Δεν είναι μόνο η μπάλα στα δίχτυα. Δεν είναι μόνο ο φανατισμός, που στην Ελλάδα δυστυχώς κρατάει μακριά από το πραγματικό παιχνίδι, τους αληθινούς εραστές του. Και δεν είναι καν το «ιερό» της φανέλας, που τόσο πολύ μας έχουν πείσει ότι πρέπει κανείς να υπηρετεί. Το ποδόσφαιρο, πάνω απ’όλα και πέρα από αυτά, είναι οι ποδοσφαιριστές. Όπως κανένα σπουδαίο θεατρικό έργο δεν θα ήταν σπουδαίο αν δεν είχε παιχτεί από σπουδαίους ηθοποιούς, έτσι και η μαγεία της μπάλας δεν θα ήταν τέτοια αν δεν υπήρχαν οι «μάγοι» της. Και αυτοί δεν έχουν πατρίδα. Είναι αυτοί που όσο και αν ψάξει κανείς, δεν θα μπορέσει να βρει όμοιό τους, που θα καταφέρουν να κάνουν έναν Αριστερό να αγκαλιάζει και να φιλήσει με πάθος τον διπλανό του, πιθανόν ακόμα και ακροδεξιό, στο γήπεδο. Μου έχει συμβεί κι εμένα, χωρίς να ξέρω εκείνον που μετά από ένα γκολ του Βραζιλιάνου Giovanni με τη Real Madrid, με σήκωσε στον αέρα στα σκαλιά του ΟΑΚΑ.

Δεν θα βρεις πουθενά, σε κανένα άλλο επάγγελμα- εκτός από τον αθλητισμό- μια ολόκληρη πόλη της Ελλάδας να «προσκυνά» έναν Τούρκο, όπως στην περίπτωση του Τουμέρ Μετίν. Ο Τούρκος που έκανε δυο πόλεις, Λάρισα και Κέρκυρα, να τον αγαπήσουν σαν παιδί τους, σαν αδελφό τους, σαν «λυτρωτή» τους. Να τον λατρεύουν ακόμα και αυτοί που φεύγοντας από το γήπεδο, μπορεί να επέστρεφαν στον σύνδεσμό τους- είπαμε, οι πραγματικοί εραστές της μπάλας σπάνια υπάρχουν πλέον στα γήπεδα- και να βρίζουν Τούρκους, Αλβανούς, Γερμανούς και λοιπούς.

Ο Μετίν «υπηρέτησε» τις ομάδες αυτές με πάθος και αφοσίωση και οι πιστοί τους, είτε πάνε είτε όχι στο γήπεδο, τον έκαναν κομμάτι τους. Σταματώντας το ποδόσφαιρο, η ομάδα της Κέρκυρας τον αποχαιρέτησεμε μια εμπνευσμένη και ανθρώπινη ανακοίνωση. Ο σπουδαίος Τούρκος που μόλις φτάσει στην πατρίδα του, για πολλούς από αυτούς που τον αποθέωναν ως σήμερα, πιθανόν θα γίνει ο γνωστός «εχθρός» της Ελλάδας.

Όπως στη ζωή έτσι και στο ποδόσφαιρο o μύλος του εθνικισμού όλα τα αλέθει.

Γράφτηκε για το Protagon

Advertisements