Υπάρχει ένα όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης που δεν «κουρεύεται»

«Η ανάσχεση των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι η μέθοδος που προτάχθηκε για να αντιμετωπιστεί η παρούσα δημοσιονομική κρίση. Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη εκ θέσεως δεν εκφράζει  άποψη για το αν τα μέτρα λιτότητας συνιστούν αποτελεσματική απάντηση στην κρίση αυτή, μολονότι πλέον τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Επίσης, παρέλκει να εκφράσουμε άποψη για το αν τα μέτρα αυτά είναι δίκαια καθώς και η ίδια η κυβέρνηση που τα θεσπίζει αναγνωρίζει τον «κοινωνικά άδικο» χαρακτήρα τους. Η Ένωσή μας θα εμείνει στα ζητήματα που αφορούν το καθεαυτό πεδίο των δικαιωμάτων, χωρίς να επεκταθεί στο σύνολο των κοινωνικών συνδηλώσεων της αντιμετώπισης της κοινωνικής κρίσης.
Ως θεωρητικό εργαλείο της ανάσχεσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, εκφράζεται η άποψη ότι, παρότι αυτά κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και σε διεθνείς συνθήκες που δεσμεύουν νομικά τη χώρα, πρέπει να υποχωρήσουν ενόψει του γενικού συμφέροντος κάλυψης του δημοσιονομικού ελλείμματος και της «εξόδου από την κρίση». Μπορούμε όμως πράγματι να αποδεχθούμε ότι  η δημοσιονομική συγκυρία συνιστά λόγο για τη μειωμένη στο εξής δεσμευτικότητα δικαιωμάτων, ιστορικά εδραιωμένων και νομικά κατοχυρωμένων, όπως είναι τα κοινωνικά; Και σε τι βαθμό;
Συνιστά κοινό τόπο ότι τα δικαιώματα (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά) είναι αλληλένδετα και αδιαίρετα υπό την έννοια ότι τελούν σε σχέση αλληλοθεμελίωσης. Η αποδυνάμωση μιας επιμέρους ομάδας δικαιωμάτων αδυνατίζει και τις άλλες, και αντίστροφα μια εδραιωμένη δημοκρατία είναι ασύλληπτη χωρίς ένα επαρκές επίπεδο προστασίας όλων των δικαιωμάτων, ισομερώς καταμερισμένο. Δε νοείται φιλελεύθερο-δημοκρατικό πολίτευμα που συνταγματικά ονομάζεται «κοινωνικό κράτος δικαίου» να επικαλείται την ελευθερία της έκφρασης λόγου χάρη, αδιαφορώντας για το δικαίωμα στην παιδεία, την εργασία ή εν γένει την αξιοπρεπή διαβίωση των ανθρώπων, ακόμη δε περισσότερο των πιο ευάλωτων ομάδων. Οι σημαντικοί κραδασμοί που η τελευταία έχει υποστεί εξαιτίας των πρόσφατων δημοσιονομικών μέτρων συνιστούν, ανάμεσα στα άλλα, και πλήγμα στην ποιότητα της δημοκρατίας μας. Με την έννοια αυτή,. η εγγύηση ενός δικαιώματος υλικής κοινωνικής ασφάλειας σε εκείνα τα αγαθά που είναι αναγκαία για τον βιοτικό σχεδιασμό της ζωής του καθενός δεν είναι ζήτημα πολιτικής, ηθικής, ή φιλανθρωπίας, αλλά συνταγματικής τάξης.
Περισσότερο από ποτέ, τα κοινωνικά δικαιώματα παρουσιάζονται σήμερα ως απλές προσδοκίες του «δικαιούχου»,   απολύτως εξαρτώμενες από τους διαθέσιμους πόρους της πολιτείας, με τον ίδιο τρόπο που τα ατομικά παρουσιάζονται ως «ευκαιρίες» εξαρτώμενες των δυνατοτήτων του καθενός. Παρόλο όμως που η εκπλήρωσή τους, ακριβώς λόγω της υλικής-οικονομικής σύστασής τους, συνδέεται αναγκαστικά με δημοσιονομικές περιστάσεις –τουλάχιστον πιο εμφανώς από ότι συμβαίνει σε άλλες σφαίρες δικαιωμάτων– είναι σαφές ότι η παρούσα κρίση δεν μπορεί να συνεπάγεται την πλήρη κανονιστική τους αποδυνάμωση.
Το ζητούμενο είναι ένα κατώφλι ένθεν του οποίου δε νοείται αποδυνάμωση κοινωνικών δικαιωμάτων, ακόμη και σε περιστάσεις «έκτακτης δημοσιονομικής ανάγκης», όπως αυτή που βιώνουμε. Ένα επίπεδο που μπορεί μεν να αναπροσδιορίζεται νομοθετικά βάσει των οικονομικών, οικολογικών, τεχνολογικών ή άλλων συνθηκών, δεν μπορεί όμως να υπολείπεται ενός ορίου  όχι απλώς βιωσιμότητας, αλλά αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η έννοια του κοινωνικού κράτους, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, παραπέμπει κανονιστικά στη διανομή τόσο των κοινωνικών αγαθών όσο και των κοινωνικών δεινών, με γνώμονα όμως πάντοτε την υλική-κοινωνική ασφάλεια όλων των πολιτών αναλογικά επιμερισμένη. Εναπόκειται στο νομοθέτη να εξειδικεύσει ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα υλικής-κοινωνικής ασφάλειας έτσι ώστε αφενός να συντίθεται από την αναλογική φορολόγηση εκάστου (δίκαιη κατανομή των κοινωνικών βαρών), αφετέρου να συνθέτει την υλική ασφάλεια όλων (δίκαιη κατανομή των κοινωνικών αγαθών).
Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη ρητά επισημαίνει ότι υφίσταται ένας ελάχιστος κανονιστικός πυρήνας για τα κοινωνικά δικαιώματα, ο οποίος και θα πρέπει να μείνει άθικτος από τα όποια δημοσιονομικά μέτρα. Ο πυρήνας αυτός είναι με άλλα λόγια, μια κόκκινη γραμμή, η παραβίαση της οποίας δεν σημαίνει απλώς «καταστρατήγηση κεκτημένων», αλλά παραβίαση των θεμελιωδών κανόνων επιβίωσης μιας πολιτικής κοινότητας και ασφαλούς συμβίωσης εντός αυτής. Το ελάχιστο όριο ουσιαστικής αυτονομίας και αξιοπρέπειας των πολιτών αποτελεί την αντίστροφη, πλην όμως σύμμετρη, όψη του ελάχιστου ορίου νομιμοποίησης της  πολιτείας μας. Σε αυτό το όριο, δεν μπορεί να υπάρξει «κούρεμα».
Advertisements