Ο ανύπαρκτος ήρωας Κωνσταντίνος Κουκίδης

Ένα άρθρο μα τι άρθρο! Από εκείνα που γράφει ο Νίκος Σαραντάκος και τα διαβάζεις με μια αναπνοή. Απολαύστε!

Προχτές, στην ηλεκτρονική έκδοση του Βήματος, ο δημοσιογράφος Γ. Μαλούχος ανέβασε σε νέα επίπεδα το ευγενές άθλημα της χάλκευσης: όχι μόνο αφιέρωσε ολόκληρο άρθρο σε ανύπαρκτο πρόσωπο, αλλά και θεώρησε ένδειξη απώλειας της ιστορικής μας μνήμης το ότι κανείς άλλος δεν… θυμήθηκε τον (ανύπαρκτο) ήρωα!

Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι τέτοιες επιδόσεις δεν μας παραξενεύουν από το Βήμα, που, αν θυμάστε, είχε κατασκευάσει ολόκληρο ρεπορτάζ για την επίσκεψη Ερντογάν το 2009, επίσκεψη που δεν έγινε ποτέ, καταφέρνοντας μάλιστα να ανακαλύψει και… ψυχρότητα που δεν την έκρυψαν τα χαμόγελα.

Έγραψε λοιπόν προχτές ο Γ. Μαλούχος:

Ήταν σαν σήμερα πριν από εβδομήντα χρόνια, όταν η Βέρμαχτ έμπαινε στην Αθήνα. Ήταν Κυριακή του Θωμά, η μέρα που ενέπνευσε και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», το μέγα τραγούδι του Τσιτσάνη.
Κυρίως όμως, ήταν η μέρα που ο εύζωνας φρουρός της Ακρόπολης, ο Κωνσταντίνος Κουκίδης, δεν άντεξε την ντροπή της παράδοσης του Ιερού Βράχου στο Γερμανό αξιωματικό και, αντί να υποστείλει την ελληνική σημαία για να την παραδώσει όπως τον είχε διατάξει ο διοικητής της γερμανικής φρουράς, την υποστέλλει τραγουδώντας μόνος μπροστά τους Γερμανούς τον εθνικό ύμνο, τυλίγει με αυτή το σώμα του και αυτοκτονεί πέφτοντας στο κενό.
Σήμερα, ποιος θυμάται τον Κουκίδη; Κανείς φυσικά. Και γιατί να τον θυμόμαστε; Επειδή πήγε και αυτοκτόνησε για να μην παραδώσει την Ακρόπολη στο βάρβαρο κατακτητή; Αστεία πράγματα…

Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε αλλιώς στη ρητορική ερώτηση του Γ. Μαλούχου. Και γιατί να τον θυμόμαστε τον Κουκίδη; Μήπως υπήρξε; Αστεία πράγματα…

Βέβαια, τον Κουκίδη δεν τον έβγαλε από το μυαλό του ο Γ. Μαλούχος. Αποτελεί παλιότερο μύθο, που μάλιστα έχει γίνει αποδεκτός από αριστερούς και δεξιούς, αν και οι περισσότεροι με μισόλογα παραδέχονται ότι πρόκειται για μύθο, όμως μύθο ωφέλιμο.

Επιχειρήματα που κατά τη γνώμη μου αποδεικνύουν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο Κουκίδης δεν υπήρξε, μπορείτε να διαβάσετε εδώ σε ένα παλιό, υποδειγματικό άρθρο της ομάδας των Ιών.

Την επόμενη μέρα, μπροστά στις πολλές αντιδράσεις που (ευτυχώς!) εκφράστηκαν, ο Γ. Μαλούχος προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα της τεράστιας γκάφας ή λαθροχειρίας του (πώς αλλιώς να το πω, όταν στο πρώτο του άρθρο δεν γράφει τίποτε για την αμφισβήτηση της ύπαρξης του Κουκίδη), αλλά καθόλου δεν τα καταφέρνει. Και ενώ μοχθεί να παραθέσει και το παραμικρό ψίχουλο μαρτυρίας υπέρ της ύπαρξης του Κουκίδη, λέει, ψευδώς, ότι: Οι αρνητές της ύπαρξής του δεν κομίζουν αποδεικτικά στοιχεία γι αυτή την άρνηση.

Χρειάζονται άραγε περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία από τη μαρτυρία του διευθυντή της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού αντιστρατήγου Κακουδάκη, σε τηλεοπτική εκπομπή το 2000, ότι «Διαπιστώσαμε ότι δεν υπήρξε την περίοδο εκείνη στρατιώτης με το όνομα Κουκίδης Κωνσταντίνος. Στείλαμε έγγραφα σε όλες τις μονάδες, στο ληξιαρχείο, παντού. Πήγαμε στην Πλάκα να ζητήσουμε πληροφορίες. Πραγματική μαρτυρία ως σήμερα δεν έχει υπάρξει»; Επίσης, ο τότε επιλοχίας των ευζώνων Α. Μαχιμάρης αρνήθηκε ότι υπήρξε εύζωνος με το όνομα αυτό. Και πώς αλήθεια τεκμηριώνει κανείς αδιάσειστα ότι κάποιος δεν υπήρξε ή κάτι δεν συνέβη;

Ελεύθερο Βήμα, 28.4.1941

Θα προσπαθήσω να ανακεφαλαιώσω την ιστορία όπως την έχω κατανοήσει. Στις 27 Απριλίου, τη μέρα της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα, οι προφυλακές του στρατού ύψωσαν τη γερμανική σημαία στην Ακρόπολη, στις 8.45 το πρωί, όπως έσπευσαν να γνωστοποιήσουν με τηλεγράφημα στον Χίτλερ ο ίλαρχος Γιακόμπι και ο υπολοχαγός Έλσνιτς. Λίγο αργότερα υψώθηκε σε άλλον ιστό η ελληνική σημαία, πλάι στη γερμανική. Από τις πηγές της εποχής δεν φαίνεται σαφώς αν προηγήθηκε υποστολή της ελληνικής σημαίας ή αν δεν είχε γίνει έπαρσή της εκείνο το ταραγμένο πρωινό, πάντως το βέβαιο είναι ότι λίγη ώρα αργότερα και οι δυο σημαίες κυμάτιζαν η μία πλάι στην άλλη. Γερμανικές σημαίες υψώθηκαν επίσης στο δημαρχείο. Η επίσημη παράδοση της Αθήνας (και του Πειραιά) στον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή έγινε στις 10.30 από τον δήμαρχο Αμβρόσιο Πλυτά, τον στρατηγό Καβράκο, τον νομάρχη Αττικής και τον δήμαρχο Πειραιώς, στο καφενείο Παρθενών, γωνία Κηφισίας και Αλεξάνδρας.

Όπως είναι φυσικό, σε τέτοιες στιγμές κυκλοφορούν ένα σωρό φήμες· έτσι, κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο εύζωνος φρουρός της Ακρόπολης (ακόμα ανώνυμος), αντί να παραδώσει τη σημαία, την τύλιξε γύρω από το σώμα του και έπεσε στο κενό. Τη φήμη αυτή την κατέγραψε στο ημερολόγιό του ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, αλλά και ο βρετανός πράκτορας (και μετέπειτα επιφανής ιστορικός) Νίκολας Χάμοντ. Κυκλοφόρησαν και άλλες φήμες τότε: για παράδειγμα, στο δικό του ημερολόγιο ο Ροζέ Μιλιέξ κατέγραψε πως άκουσε ότι Έλληνες στρατιώτες πυροβόλησαν τη σημαία με τη σβάστικα την ώρα της έπαρσής της και την έριξαν από τον ιστό της!

Αρκετές μέρες αργότερα, στις 9 Ιουνίου 1941, σε ανταπόκριση από το Κάιρο, η αγγλική εφημερίδαΝτέιλι Μέιλ, θέλοντας να υπογραμμίσει την εχθρότητα του ελληνικού λαού προς τους κατακτητές, αναφέρει το ίδιο επεισόδιο, μόνο που τώρα δίνει όνομα στον ηρωικό αυτόχειρα εύζωνο: τον ονομάζει Κωνσταντίνο Κουκίδη. Να σημειωθεί ότι στο ίδιο ρεπορτάζ (που δεν κατόρθωσα πάντως να το δω εγώ ο ίδιος), αναφέρονται κι άλλες ειδήσεις που δίνουν την εντύπωση ότι η Αθήνα λίγο απέχει από την εξέγερση: «Μαθαίνω ότι γερμανικές περίπολοι στους δρόμους της Αθήνας έχουν διαταχθεί να χρησιμοποιούν χειροβομβίδες για να διαλύουν λαϊκές συγκεντρώσεις. Ο αρχηγός της Αστυνομίας και ο διοικητής της Χωροφυλακής διώχτηκαν επειδή απέτυχαν να διατηρήσουν την τάξη. Λέγεται ότι η Γκεστάπο δουλεύει σκληρά και ανάμεσα στους ανθρώπους που έχουν συλληφθεί είναι ο κ. Λαμπράκης, ιδιοκτήτης δύο αθηναϊκών εφημερίδων». Φυσικά, πρόκειται για πολεμική προπαγάνδα που διογκώνει φήμες, επιλεκτικά παρουσιασμένες.

Όποιος έχει ξεφυλλίσει σελίδες εφημερίδων σε περίοδο πολέμου, ξέρει ότι δημοσιεύουν ένα σωρό ανύπαρκτα και ατεκμηρίωτα περιστατικά. Τέτοιο ήταν και το ρεπορτάζ της Ντέιλι Μέιλ και είναι χαρακτηριστικό ότι παρέλειπε να αναφέρει πιο πρόσφατα και εντελώς αληθινά γεγονότα που είχαν συμβεί στην κατακτημένη Αθήνα: τις εκδηλώσεις αγάπης και συμπάθειας προς τους Άγγλους αιχμαλώτους φαντάρους και βέβαια το κατέβασμα της γερμανικής σημαίας από την Ακρόπολη τη νύχτα της 30 προς 31 Μαΐου 1941!

Καμιά άλλη πρωτογενής πηγή, ελληνική ή ξένη, δεν αναφέρει τίποτε για το επεισόδιο του ηρωικού αυτόχειρα ευζώνου. Ασφαλώς η φήμη εξακολουθεί την υπόγεια, προφορική διαδρομή της. Από τις πηγές αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο μόνος που αναφέρει κάτι για τον Κουκίδη είναι ο Μενέλαος Λουντέμης, σε ένα του διήγημα. Όλες οι άλλες αναφορές είναι πολύ μεταγενέστερες, μετά το 1980.

Πώς απέκτησε το όνομά του ο ανύπαρκτος ήρωας; Τυχαία τον ονόμασε Κουκίδη το ρεπορτάζ της αγγλικής εφημερίδας; Εδώ έχω μια υποψία, που την έχουν διατυπώσει και άλλοι. Υπήρχε τότε στην Αθήνα ένας δημοσιογράφος με το όνομα Κωνσταντίνος Κουκίδης (γράφεται και Κουκκίδης). Γεννημένος στην Ανατολική Θράκη το 1891, είχε δουλέψει σε μεγάλες εφημερίδες (Ελεύθερο Βήμα, Αθηναϊκά Νέα, Καθημερινή) και είχε κάνει χρόνια ανταποκριτής στο Παρίσι. Σε κάποιοεντελώς άσχετο φόρουμ παρατίθεται μια πιθανοφανής αλλά δεν ξέρω πόσο τεκμηριωμένηεξήγηση: μέσα στον χαμό, ο Κουκίδης άργησε να πάει στην εφημερίδα του και κάποιοι κυκλοφόρησαν τη φήμη ότι αυτοκτόνησε πέφτοντας από την Ακρόπολη, φήμη που εμπλουτίστηκε και τροποποιήθηκε στη συνέχεια.

Δεν είναι όμως ανάγκη να πάμε τόσο μακριά: εξίσου πιθανό είναι ο Άγγλος που έφτιαξε το άρθρο στο Κάιρο να έδωσε απλώς στον ανύπαρκτο ήρωά του το πρώτο ελληνικό υπαρκτό ονοματεπώνυμο που του ήρθε στο νου, ενός γνωστού δημοσιογράφου της εποχής· πάντως ο υπαρκτός Κουκίδης έζησε, το 1946 έβγαλε βιβλίο για τη δικαιοσύνη επί κατοχής και πέθανε γέρος πια το 1974.

Ο ανύπαρκτος Κουκίδης, αφού αξιώθηκε να δει τον Αβραμόπουλο να εγκαινιάζει αναθηματική στήλη στο όνομά του, με τις ευλογίες όλων των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και του Μανώλη Γλέζου, φέτος απέκτησε και φωτογραφία, τουλάχιστον σε έναν ακροδεξιό ιστότοπο ο οποίος πρόσθεσε μιαν άσχετη φωτογραφία ευζώνου στο παραμυθένιο άρθρο του Γ. Μαλούχου.

Κάποιοι παραλληλίζουν την υπόθεση Κουκίδη με το κατέβασμα της σημαίας από τον Μανόλη Γλέζο και τον Λάκη Σάντα, θεωρώντας ότι πρόκειται για εξίσου αναπόδεικτα περιστατικά. Το βρίσκω κακόβουλη μικροψυχία: ότι η γερμανική σημαία κατέβηκε από την Ακρόπολη το ξέρουμε πέρα από κάθε αμφισβήτηση· όχι μόνο υπάρχουν αυτόπτες που δεν την είδαν να κυματίζει το πρωί της επόμενης μέρας, αλλά εκδόθηκε αμέσως ανακοίνωση από τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση. Και οι όποιες αντιφάσεις υπάρχουν ανάμεσα στις διηγήσεις του Γλέζου και του Σάντα αποδεικνύουν ακριβώς ότι πρόκειται για αληθινές αναμνήσεις, με τα αναπόφευκτα κενά  τους, και ότι δεν είχαν από τα πριν συνεννοηθεί τι θα πουν.

Αν θέλουμε να βρούμε αντίστοιχο της υπόθεσης Κουκίδη, υπάρχει ο μύθος της Ηλένιας Ασημακοπούλου, της όμορφης κοπέλας που το πορτρέτο της περιέφερε ο δήθεν αρραβωνιαστικός της τον Νοέμβριο του 1974, στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου, τάχα ότι είχε σκοτωθεί μέσα στο Πολυτεχνείο –και που πολλοί το πίστεψαν μέχρι που κάποιοι πρόσεξαν ότι το σκίτσο ήταν αντιγραφή από τη διαφήμιση ενός ξένου καλλυντικού ή σαμπουάν και απεικόνιζε μια γνωστή στο εξωτερικό μοντέλα. Οι αντιστοιχίες ανάμεσα στην υπόθεση Κουκίδη και στον μύθο της Ηλένιας σταματούν εδώ όμως, διότι κατά τα άλλα δεν υπάρχουν ομοιότητες. Πατώντας πάνω στο ότι η Ηλένια ήταν ανύπαρκτη, οι νοσταλγοί της χούντας επιχείρησαν να αρνηθούν εντελώς τους φόνους στο Πολυτεχνείο, ενώ όσοι επισημαίνουν ότι ο Κουκίδης είναι ανύπαρκτος καθόλου δεν αρνούνται ούτε τον τεράστιο φόρο αίματος του ελληνικού λαού ούτε τον ηρωισμό που έδειξε.

Τότε γιατί μας έπιασε τέτοιο γινάτι να αποδείξουμε ανύπαρκτον τον Κουκίδη; Σε ό,τι με αφορά, για έναν κυρίως λόγο: επειδή εκείνος ο κόντε Σολωμός επέμενε ότι πρέπει να μάθουμε να θεωρούμε εθνικό ό,τι είναι αληθινό· αν είναι να θεωρούμε εθνικό ό,τι είναι συμφέρον και ηθικό ό,τι είναι νόμιμο, να βγάλουμε τον κόντε από εθνικό ποιητή (άσε που μπορεί να ήταν και εβραίος) και να βάλουμε στη θέση του τον Σπύρο Μελά ή ξερωγώ τον Βουλγαράκη.

Ή τουλάχιστον αυτή είναι η δική μου γνώμη. Ο Κουκίδης είναι ανύπαρκτος αλλά υπήρχαν τόσοι και τόσοι υπαρκτοί ήρωες –και όχι μόνο άνθρωποι που αυτοκτόνησαν σαν υπέρτατη διαμαρτυρία, όπως η Πηνελόπη Δέλτα, όχι μόνο όσοι κινδύνεψαν βοηθώντας κυνηγημένους, αλλά και τόσοι και τόσοι που έδωσαν τη ζωή τους πολεμώντας τους ναζί στα βουνά και στις πόλεις, κι αν θέλουμε κι ένα όνομα να ξεχωρίσουμε τον κομμουνιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη, διερμηνέα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, που διάβασε το όνομά του στον κατάλογο των διακοσίων εκτελεσμένων, κι όταν ο Γερμανός διοικητής τον διάταξε να βγει από τις γραμμές των μελλοθάνατων εκείνος αρνήθηκε αν επρόκειτο να μπει κάποιος άλλος στη θέση του. Και εκτελέστηκε.

Αλλά βέβαια, όταν οι απόντες, οι δοσίλογοι και οι μαυραγορίτες έγιναν υπουργοί και πρωθυπουργοί δεν θα μπορούσαν να έχουν για ήρωα τον Σουκατζίδη –την ίδια ώρα που έστηναν στον τοίχο όσους συντρόφους του δεν πρόλαβαν να ξεκάνουν οι Γερμανοί. Οπότε, καλύτερα ο Κουκίδης που είναι και ανύπαρκτος.

Προσθήκη 4 ΜαΐουΤο καλό του ιστολογίου είναι τα σχόλια. Ο φίλος d-t έκανε ένα καίριο σχόλιο που το αναδημοσιεύω εδώ διότι βάζει πολλά πράγματα στη θέση τους:

Επειδή η συζήτηση για το θέμα Κουκίδης έχει ξεφύγει, καταγράφω παρακάτω την άποψη της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.
Ας δούμε λοιπόν τι αναφέρει το 2001, σε συνέντευξη που έδωσε στον Λ.Σ. Μπλαβέρη, ο τότε Διευθυντής της ΔΙΣ/ΓΕΣ Αντιστράτηγος Ιωάννης Κακουδάκης, ίσως ο πλέον αρμόδιος για την υπόθεση Κουκίδης.

Περιοδικό “Πόλεμος και Ιστορία”, τεύχος 46, Νοέμβριος 2001, σελ.42-43.
“Το θέμα αυτό παραμένει, δυστυχώς μέχρι σήμερα ως ένα εφτασφράγιστο μυστικό, ως ένας μύθος ή θρύλος, θα έλεγα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή για μια ολοκληρωμένη ενημέρωση και για τους αναγνώστες που ενδεχομένως δεν έχουν γνώση, για την υπόθεση αυτή. Με τον τίτλο “Ένας Έλληνας παίρνει την σημαία του στο θάνατο” στην αγγλική εφημερίδα “DAILY MAIL” ειδικός ανταποκριτής της από το Κάιρο, την 9 Ιουνίου γράφει : Ο Κώστας Κουκίδης, Έλληνας στρατιώτης, φρουρούσε την ελληνική γαλανόλευκη σημαία επάνω στην Ακρόπολη στην Αθήνα, όταν μια ομάδα ένστολων Ναζί προχώρησαν προς αυτόν. “Τράβηξέ την κάτω” του είπαν “και ύψωσε αυτήν την σημαία με την σβάστικα”. Ο Κώστας αργά κατέβασε τα χρώματα της χώρας του. Σταμάτησε μια στιγμή με τα μάτια καρφωμένα στον Γερμανό αξιωματικό. Έπειτα τύλιξε την σημαία γύρω στο σώμα του και ρίχτηκε στις επάλξεις, από ύψος των 200 ποδών. Αυτή η ιστορία μόλις μου έγινε γνωστή από ελληνικές πηγές…(συνεχίζετε το κείμενο της ανταπόκρισης με άλλα θέματα).

Από το δημοσίευμα αυτό δεν προσδιορίζεται πότε έγινε. Ωστόσο, λέγετε ότι έγινε στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα Κυριακή, που οι Γερμανοί εισήλθαν στην Αθήνα. Από την ιστορική ανάλυση των ημερών εκείνων γνωρίζουμε ότι στις 07.30 ώρα της 27ης Απριλίου μια φάλαγγα Γερμανών μοτοσικλετιστών με την συνοδεία δύο τεθωρακισμένων αυτοκινήτων διέσχισαν την λεωφόρο Κηφισίας, τις οδούς Αμαλίας και Διονυσίου Αρεοπαγίτου και έφτασαν στην Ακρόπολη. Δύο Γερμανοί αξιωματικοί, ο ίλαρχος Γιακόμπι και ο Υπολοχαγός Έλσνιτς ήταν επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής αυτής και αυτοί έκαναν την έπαρση της γερμανικής σημαίας με τιμητικό γερμανικό άγημα και απέστειλαν από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών δια μέσου ασυρμάτου το παρακάτω μήνυμα:
“Προς τον Φύρερ και Καγκελάριο του Ράιχ.
Βερολίνο. Φύρερ μου
Την 27 Απριλίου και ώρα 08.10 πρωινή εφθάσαμε εις Αθήνας ως πρώτα Γερμανικά στρατεύματα και την 0845 υψώσαμε την Γερμανική σημαία επί της Ακροπόλεως και του Δημαρχείου.
Χάιλ Μάιν Φύρερ Ίλαρχος Γιακόμπι-Υπολοχαγός Έλσνιτς”.

Υποστηρίζεται από την γερμανική πλευρά ότι αν είχε συμβεί το περιστατικό Κουκίδη, οι Γερμανοί θα το είχαν αναφέρει άμεσα ή αργότερα. Υπήρχε μία πληροφορία ότι είχε δημοσιευθεί το θέμα Κουκίδη στη γερμανική εφημερίδα “Λαϊκός Παρατηρητής” αλλά μετά από πρόσφατες ενέργειες της ΔΙΣ κάτι τέτοιο εν επιβεβαιώθηκε ( Έρευνα Γερμανού Kaspar Dreidoppel, Berlin, 20-2-2001 κ.λ.π.). Η ΔΙΣ κατά το παρελθόν, αλλά και πρόσφατα κατέβαλε και καταβάλει προσπάθειες για την ιστορική τεκμηρίωση της υπόθεσης. Προσπαθούμε δηλαδή να βρούμε την ιστορική αλήθεια. Πολλά έχουν λεχθεί και γραφεί κατά καιρούς, αναδημοσιεύονται, αναπλάθονται, προβάλλονται από τα τηλεοπτικά μέσα και ακούγονται από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Εμείς θα συνεχίσουμε την έρευνα μέχρι την πλήρη ιστορική διαλεύκανση της υπόθεσης. Μέχρι τότε καλό είναι να πλανάται ως θρύλος, ως μύθος, ως εφτασφράγιστο μυστικό”.

Η απάντηση αυτή, όμως, δεν έπεισε έναν αναγνώστη του περιοδικού, ο οποίος ζήτησε περισσότερα στοιχειά. Έτσι ο Αντιστράτηγος Κακουδάκης απαντά με επιστολή του στο τεύχος 47 (Δεκέμβριος 2001, σελ. 4)

” Τον Εύζωνα Κουκίδη δεν τον είδε κανένας ποτέ. Δεν βρέθηκε ποτέ η Σημαία. Δεν βρέθηκε ποτέ το πτώμα. Ψάξαμε παντού, όπου υπάρχει περίπτωση να υπάρχει το όνομα Κωνσταντίνος Κουκίδης. Στα νεκροταφεία, στα νεκροτομεία, στα ληξιαρχεία και στις συγκεκριμένες ημέρες δεν υπάρχει καμία εγγραφή. Από τους καταλόγους του ΟΤΕ και από όλα τα Ληξιαρχεία της Αττικής ψάξαμε για επιζώντες με αυτό το όνομα και ερευνήσαμε σχετικά. Μετά από όλα αυτά δεν υπάρχει καμία επίσημη τεκμηρίωση του συγκεκριμένου περιστατικού και αν το συγκεκριμένο πρόσωπο υπήρξε στην πραγματικότητα. Βέβαια καμία στρατιωτική υπηρεσία δεν μπορεί να χάσει κάποιο στρατιώτη της χωρίς να το ξέρει ή χωρίς να έχει γραφεί σε κάποια κατάσταση.

Στη ΔΙΣ ήλθε μέχρι και ο Ιατροδικαστής Αθηνών με το βιβλίο που είχε η υπηρεσία του τότε και κατέγραφαν όλες τις ιατροδικαστικές πράξεις -όλους τους νεκρούς- όπου δεν σημειωνόταν κανένας νεκρός στρατιώτης την περίοδο 27-30 Απριλίου 1941.

Να σημειώσω ότι η Προεδρική Φρουρά, τότε Ανακτορική Φρουρά, δεν έβαζε και δεν βάζει ποτέ φρουρούς στην Ακρόπολη. Ζει ακόμα στο Παγκράτι ο τότε Επιλοχίας της Ανακτορικής Φρουράς, τον όποιο και συνάντησα και ο όποιος με διαβεβαίωσε ότι τους ήξερε όλους τους στρατιώτες του “απέξω και ανακατωτά” και στρατιώτης με το όνομα Κώστας Κουκίδης δεν υπήρχε στην Ανακτορική Φρουρά. Όπως επίσης ότι δεν τοποθετούσαν φρουρούς στον Βράχο της Ακρόπολης. Βέβαια με την λέξη “Εύζωνας” υπάρχει το ενδεχόμενο να ήταν στρατιώτης των Ευζωνικών Ταγμάτων. Όμως τα συντάγματα αυτά δέν έδρευαν στην Αθήνα.

Κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει με βεβαιότητα ότι τέτοιο πρόσωπο υπήρξε, άλλα από την άλλη είναι θετικό να πλανάται ένα τέτοιο γεγονός. Διότι πραγματικά πρόκειται για κάτι το συγκλονιστικό, εάν έγινε. Επομένως το ερώτημα αν το περιστατικό αυτό είναι αληθές η όχι δεν τεκμηριώνεται ιστορικά. Χωρίς να αποκλείεται. Και για τον λόγο αυτό έχουμε έναν ογκωδέστατο φάκελο με όλα τα στοιχεία που έχουμε συγκεντρώσει, μετά από όλες αυτές τις έρευνες για το συγκεκριμένο θέμα, από όπου δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη του προσώπου και του γεγονότος”.

Με αυτή την απάντηση νομίζω πως μπαίνει αυτό το γεγονός στη σωστή του διάσταση…. αυτή του μύθου.

Advertisements