Ο Παπανδρέου διαλύει τις ψευδαισθήσεις που δημιούργησε ο Καραμανλής

Του Bruce Clark*

Ως νεαρός ανταποκριτής του πρακτορείου Reuters, έζησα και εργάστηκα στην Ελλάδα «επί Ανδρέα Παπανδρέου». Η παραπάνω φράση θα ακουγόταν λίγο παράξενη σε έναν Βορειοευρωπαίο. Για παράδειγμα, δεν θα μπορούσα να πω σήμερα ότι ζω στο Λονδίνο «επί Ντέιβιντ Κάμερον». Από τους διάφορους παράγοντες που καθορίζουν τη ζωή μου, τα σκέρτσα του Κάμερον κατατάσσονται στους λιγότερο σημαντικούς. Στην Ελλάδα του ’80 όμως, όλοι ζούσαμε «επί Ανδρέα Παπανδρέου». Το πρόσωπό του γέμιζε τους δρόμους μας και τις οθόνες των τηλεοράσεών μας. Ενα αστείο που κυκλοφορούσε την εποχή εκείνη ήταν ότι ένας ξένος που μόλις είχε φτάσει στην Αθήνα και προσπαθούσε να μάθει ελληνικά, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως η φράση «ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου» σημαίνει «καλησπέρα σας, αυτές είναι οι ειδήσεις της ημέρας».

Την ώρα των εκλογών, οι οπαδοί του Παπανδρέου γέμιζαν όλες τις κεντρικές λεωφόρους της Αθήνας. Τότε έμαθα και τη λέξη «λαοθάλασσα», καθώς και τη φράση «μαζί σου Ανδρέα, για μια Ελλάδα νέα», την οποία και φώναζαν λες και ο πρωθυπουργός ήταν προσωπικός φίλος του καθενός. Ακόμη και όταν τα άλλα κόμματα διοργάνωναν συγκεντρώσεις, το μέτρο σύγκρισης ήταν ο Παπανδρέου. Ενα από τα πιο αστεία συνθήματα που θυμάμαι σε συγκεντρώσεις της Νέας Δημοκρατίας, το οποίο αναφερόταν στο γεγονός ότι ο Παπανδρέου δεν είχε υπηρετήσει, έλεγε «εν-δυο, εν-δυο, ο Ανδρέας στον στρατό».

Οταν ο Ανδρέας εγκατέλειψε μία ευρωπαϊκή σύνοδο, επειδή δεν είχε μπει στην ατζέντα το θέμα της παροχής βοήθειας στα μεσογειακά κράτη, το έθνος τον χειροκροτούσε. Τα κόμπλεξ του, ήταν τα κόμπλεξ του έθνους. Οταν σνόμπαρε κάποιον χαμηλόβαθμο αξιωματούχο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ή απέσυρε την τελευταία στιγμή τις ελληνικές δυνάμεις από κάποια άσκηση του ΝΑΤΟ, εξέφραζε ξεκάθαρα τα συναισθήματα των Ελλήνων. Ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν.

Δύο είδη πολιτικών

Γενικώς, οι πολιτικοί χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: εκείνους που λένε κατάμουτρα στους πολίτες τους άβολες αλήθειες και εκείνους που κάνουν τους πολίτες τους να νιώθουν καλύτερα, καλλιεργώντας ευχάριστες αυταπάτες. Το δεύτερο δεν είναι απαραιτήτως κακό. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να τραφούν αποκλειστικά με μια δίαιτα σκληρής και ψυχρής αλήθειας. Πολλές φορές χρειάζονται αυταπάτες και όνειρα. Πάντως, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο πρεσβύτερος, ανήκει στην πρώτη κατηγορία πολιτικών, ενώ ο Ανδρέας Παπανδρέου στη δεύτερη.

Οι οπαδοί του Ανδρέα τον αγαπούσαν ιδιαίτερα επειδή τους πλάσαρε μία συγκεκριμένη αυταπάτη: τους είπε ότι η δικτατορία των Συνταγματαρχών ήταν «ξενόφερτη», υπονοώντας έτσι ότι δεν χρειάζεται κανείς στην Ελλάδα (εκτός από τους πρωτεργάτες της Χούντας που ήδη βρίσκονταν στη φυλακή), να εξετάσει τη συνείδησή του και να διερωτηθεί πώς ήταν δυνατόν να παραμείνει με τόση ευκολία το αυταρχικό καθεστώς στην εξουσία για επτά συνεχή χρόνια.

Καλά παιδιά είμαστε όλοι λοιπόν, οι κακοί είναι στη φυλακή. Αν επομένως τα προβλήματα της Ελλάδας ήταν ξενόφερτα, τότε η λύση τους ήταν εξαιρετικά απλή: η χώρα θα έπρεπε να υψώσει το ανάστημά της εναντίον των κακών ξένων και να χτυπήσει τη γροθιά της με τρόπο πειστικό στο τραπέζι και στη συνέχεια θα ζούσε αυτή καλά και οι κάτοικοί της καλύτερα. Το επιχείρημα αυτό ήταν βάλσαμο για πολλούς Ελληνες, καθώς καθιστούσε περιττή την ανάγκη ουσιαστικής αυτοκριτικής εκ μέρους της κοινωνίας.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε θέσει το ζήτημα πολύ εύστοχα, λέγοντας τότε, ότι υπάρχουν στην ουσία δύο στρατόπεδα στην Ελλάδα: το φιλοδυτικό, το οποίο εκπροσωπείται από τη Νέα Δημοκρατία (ή τουλάχιστον τη φιλελεύθερη πτέρυγά της) και το ΚΚΕ εσωτερικού και το ανατολικό, το οποίο εκπροσωπείτο από το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ. Και είναι αλήθεια ότι το ΠΑΣΟΚ θύμιζε σε πολλά παραδοσιακό κομμουνιστικό κόμμα, με την κουλτούρα λατρείας του αρχηγού, τις συσκέψεις της Κεντρικής Επιτροπής πίσω από κλειστές πόρτες, τις ίντριγκες στο Πολιτικό Γραφείο (το οποίο θύμιζε κλασικό Politburo) και τις δραματικές διαγραφές από το κόμμα. Από το ΠΑΣΟΚ έλειπε η διαφάνεια, η προβλεψιμότητα των κινήσεων και η λογοδοσία που χαρακτηρίζουν ένα δυτικό κόμμα.

Η ρητορική του όμως άγγιζε ευαίσθητες χορδές. Θυμάμαι το 1984, όταν ο Παπανδρέου μίλησε στο συνέδριο του κόμματος, βομβαρδίζοντας τους ακροατές του με έναν απλοϊκό μαρξισμό-λενινισμό, ο οποίος όμως τους μάγεψε. Η Σοβιετική Ενωση δεν είναι καπιταλιστική χώρα, άρα δεν μπορεί να είναι και ιμπεριαλιστική, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που είναι η μητρόπολη του ιμπεριαλισμού, τους είπε. Οι σύνεδροι χειροκροτούσαν εκστασιασμένοι. Από την πλευρά τους, οι Αμερικανοί διπλωμάτες εκλιπαρούσαν τους συμπατριώτες τους, στον τύπο, να μη δίνουν σημασία: «Ξέρετε, δεν εννοεί στ’ αλήθεια όσα λέει». Και πράγματι είχαν δίκιο.

Πίσω από το παραπέτασμα καπνού της άγριας ρητορικής του, ο Παπανδρέου προσέφερε στην κυβέρνηση Ρέιγκαν τα περισσότερα από αυτά που ζητούσε, συμπεριλαμβανομένης και της δέσμευσης ότι οι αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα θα παραμείνουν υπό ασφαλές νομικό καθεστώς για όσο καιρό χρειαστούν. Ακουγες επίσης πολλά για το πώς θα γίνουν τα Βαλκάνια αποπυρηνικοποιημένη ζώνη, αλλά καμία κίνηση δεν έγινε για να μετακινηθούν από την Ελλάδα τα πυρηνικά όπλα που κρατούσε η Αμερική στη χώρα. Ο Παπανδρέου επίσης ήλθε σε σύγκρουση με τους Ευρωπαίους εταίρους του, μπλοκάροντας την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος που θα καταδίκαζε την κατάρριψη νοτιοκορεατικού πολιτικού αεροπλάνου από τους Σοβιετικούς. Αλλά κανείς στην Ουάσιγκτον δεν έδινε τότε σημασία στο τι θα πει και τι δεν θα πει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Οταν οι Ευρωπαίοι εξανέστησαν με το ελληνικό αίτημα για αύξηση της βοήθειας που προσέφεραν οι Βρυξέλλες στην Αθήνα, η μητρόπολη του ιμπεριαλισμού υποστήριξε υπογείως το ελληνικό αίτημα. Οι ιμπεριαλιστές φάνηκαν εξαιρετικά χρήσιμοι.

Στο μέσον περίπου της πολυετούς παραμονής μου στην Ελλάδα, κατάλαβα ξαφνικά ότι αν ο Παπανδρέου εννοούσε πραγματικά όσα έλεγε για «εθνική λαϊκή ενότητα» και εναντίωση στην αμερικανική απειλή κατά της ανθρωπότητας, δεν υπήρχε τίποτε στο διεθνές δίκαιο που να τον σταματήσει από την υλοποίηση των λόγων του. Θα μπορούσε μονομερώς να αποφασίσει το κλείσιμο των αμερικανικών βάσεων, να εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ και να σταματήσει να αγοράζει αμερικανικά όπλα. Βέβαια, το τίμημα θα ήταν βαρύ, αφού το έθνος θα έπρεπε να κάνει τεράστιες οικονομικές θυσίες για να ακολουθήσει μία μοναχική αμυντική πολιτική, όπως εκείνη της Ελβετίας, ή ακόμη και της Αλβανίας. Η υλοποίηση όσων έλεγε ο Παπανδρέου θα ισοδυναμούσε με στρατηγικό δώρο στην Τουρκία. Αλλά θεωρητικά, όλα όσα έλεγε, θα μπορούσαν να γίνουν πράξη, αν ήταν στοιχειωδώς συνεπής.

Προπέτασμα καπνού

Στη συνέχεια αντιλήφθηκα ότι, όταν είναι νηφάλιοι, οι Ελληνες δεν είχαν καμία διάθεση να κάνουν τις θυσίες που απαιτούντο για να υλοποιηθεί η πολιτική Παπανδρέου (ή έστω να γίνουν προσεκτικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση). Ολοι οι εμπλεκόμενοι στο παιχνίδι (Αμερικανοί, Ελληνες ψηφοφόροι, Παπανδρέου) είχαν λοιπόν πλήρη συνείδηση του τι συμβαίνει: Η οργισμένη ρητορική δημιουργούσε το απαραίτητο παραπέτασμα καπνού, ώστε να εδραιώσει η Ελλάδα τη στρατηγική της σχέση με τη Δύση, και όχι να καταστρέψει αυτή τη σχέση. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι Ελληνο-αμερικανικές σχέσεις ήταν ειδυλλιακές πίσω από τις κλειστές πόρτες. Υπήρξαν όντως πραγματικές κρίσεις, όπως και ψευδοκρίσεις, κυρίως σε θέματα τρομοκρατίας και ασφάλειας πτήσεων. Την ίδια ώρα όμως που η ελεγχόμενη από το ΠΑΣΟΚ κρατική τηλεόραση τασσόταν υπέρ των Σαντινίστας στη μάχη τους με τους «ακροδεξιούς μισθοφόρους», η κυβέρνηση δεν αρνείτο ούτε ένα από τα βασικά αιτήματα του Ρέιγκαν. Και σε αυτή την περίπτωση, ο Παπανδρέου προσέφερε στους ψηφοφόρους ένα πολύ ελκυστικό πακέτο. Το μήνυμά του ήταν ότι η Ελλάδα μπορεί να έχει και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Μπορούσε να κοροϊδεύει και να προσβάλλει τους Αμερικανούς και την ίδια στιγμή να απαιτεί (και, σε έναν εντυπωσιακό βαθμό, να λαμβάνει) σταθερή ροή στρατιωτικής και διπλωματικής βοήθειας από τις ΗΠΑ. Μπορούσε να περηφανεύεται ότι «η Ελλάδα απέκτησε δικιά της φωνή», ενώ την ίδια ώρα να παραδίδει μεγάλους τομείς της χάραξης πολιτικής (από τα δημοσιονομικά μέχρι το περιβάλλον) στις Βρυξέλλες, και μάλιστα σε ελκυστική τιμή.

Θα διερωτάστε, ποιος ψηφοφόρος θα απέρριπτε μια τόσο καλή συμφωνία: ούτε σκληρές αποφάσεις, πολλά να κερδίσει, καμία σοβαρή θυσία. Το πρόβλημα είναι ότι συνήθως η πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται όταν την αγνοείς. Μια ζωή στην οποία η ρητορική και η αλήθεια είναι τόσο αποσυνδεδεμένες, και στην οποία καλλιεργείται η ψευδαίσθηση ότι ποτέ δεν χρειάζεται να γίνονται δύσκολες επιλογές, δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ, όπως αποδείχθηκε με τον πιο σκληρό τρόπο εκ των υστέρων.

Οταν συγκρίνω την πολιτική σκηνή της σημερινής Ελλάδας με εκείνη της δεκαετίας του 1980, παρατηρώ μία απίστευτη αντιστροφή ρόλων. Το ΠΑΣΟΚ έχει μετατραπεί, λίγο-πολύ, σε πραγματικό δυτικό κόμμα, ενώ η Νέα Δημοκρατία έχει ορισμένα ανατολικά στοιχεία, τα οποία δεν μπορεί εύκολα να ξεφορτωθεί. Και ένας Παπανδρέου λέει αλήθειες που διαλύουν τις ψευδαισθήσεις τις οποίες δημιούργησε ένας Καραμανλής.

Ο κ. Bruce Clark είναι αρχισυντάκτης στο περιοδικό Economist

THEINSIDER

Advertisements