Για τη μισθοδοσία του κλήρου

Η ευρωπαϊκή λύση και οι παραλλαγές που εφαρμόζονται εδώ και χρόνια

Του Μίμη Σουλιώτη*

Ωσάν θηρίον ημιθανές που μες στον επιθανάτιο ρόγχο του αίφνης ανοίγει το ένα μάτι για ν’ αστράψει την ύστατη λάμψη της ζωντάνιας του, έτσι και το ΠΑΣΟΚ υπενθύμισε τον αλλοτινό εαυτό του μέσω της δήλωσης του Νίκου Σηφουνάκη για τη μισθοδοσία του κλήρου. Ο αναπληρωτής υπουργός φύσηξε τη στάχτη και burberry του κόμματός του. Αλλά όταν ο τότε πρωθυπουργός Σημίτης είχε αισθανθεί αρκετά ισχυρός ώστε να επιχειρήσει τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, ξέμεινε με τον Σηφουνάκη και κάνα δυο άλλους και, βέβαια, έχασε τις εκλογές. Διότι η ιεραρχία ως πολύπειρη (τι βυζαντινοί αυτοκράτορες, τι οθωμανοί σουλτάνοι, τι πρωθυπουργοί και δικτάτορες, τι «ό,τι κι αν πεις») γνωρίζει ότι εάν χάσει μάχες γοήτρου όπως εκείνη για τις ταυτότητες, δεν θ’ αργήσει να αντιμετωπίσει και υλιστικές συγκρούσεις για την εκκλησιαστική περιουσία και για τη μισθοδοσία των κληρικών.
Δεν προαπαιτείται βέβαια ο σοσιαλισμός προκειμένου να παύσουν οι ιερείς μας να μισθοδοτούνται από το Κράτος. Η ευρωπαϊκή λύση έχει εφαρμοσθεί με παραλλαγές εδώ και χρόνια και έτσι οι αστικές δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης (και αλλαχού) δεν μισθοδοτούν τους κληρικούς. Πιο συγκεκριμένα, πολλές ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία κ.ά.) δεν τους μισθοδοτούν διόλου, έχουν όμως επιβάλει τον «εκκλησιαστικό φόρο» που τον καταβάλλουν οι δεδηλωμένοι πιστοί και τον αποδίδει το κράτος στις αντίστοιχες Εκκλησίες. Το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο (ναι, το θεοσεβές Λουξεμβούργο με τους φορολογικούς παραδείσους του) μισθοδοτούν τους κληρικούς των ανεγνωρισμένων Εκκλησιών τους, ενώ η Γηραιά Αλβιών περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνον να συντηρεί με κρατική δαπάνη τους ναούς που έχουν χαρακτηρισθεί ιστορικά μνημεία (βλ. περιεκτικό μελέτημα της Π. Φουντελάκη στο Διαδίκτυο). Στο «λαϊκό κράτος» των Γάλλων όχι μόνον δεν μισθοδοτούνται οι κληρικοί, παρά και η πάσης φύσεως επιχορήγηση προς τις Εκκλησίες απαγορεύεται ρητά από το Σύνταγμα.
Στην καθ’ ημάς Δυτική Ανατολή, το ελληνικό κράτος κατέβαλε πέρυσι (2010) 6.200.000 ευρώ για τη «μισθοδοσία αρχιερέων και ιεροκηρύκων» συν 226.000.000 ευρώ για το «κεφάλαιο προς πληρωμή μισθού εφημεριακού κλήρου», για την κάλυψη του ελλείμματός του (βλ. κωδικούς 0371 και 2892 στην ιστοσελίδα του υπουργείου Παιδείας). Δεν περιλαμβάνονται στις ανωτέρω δαπάνες οι επιχορηγήσεις από τις νομαρχιακές, δημοτικές και περιφερειακές αρχές για την ανέγερση ή επισκευή ιερών ναών και διάφορα άλλα. Η λατρεία του Υψίστου κοστίζει κάμποσο.
Η Δανία εφαρμόζει ηπιότερη ευρωπαϊκή παραλλαγή: το κράτος συμβάλλει κατά περίπου 10% στον προϋπολογισμό των εκκλησιαστικών εσόδων και καλύπτει τα υπόλοιπα με τον «εκκλησιαστικό φόρο». Θα μπορούσε το ταλανιζόμενο κράτος μας να ξεκινήσει περιορίζοντας τη συμβολή του στη μισθοδοσία των ιερέων στο ήμισυ της συνολικής δαπάνης και αργότερα το μειώνουμε περισσότερο, έχοντας τη Δανία ως άπιαστο ιδανικό μας. Τα υπόλοιπα θα τα καταβάλλει το ποίμνιον, πληρώνοντας τον εκκλησιαστικό φόρο: η πίστη θέλει θυσίες – εδώ άλλοι είχαν ριφθεί στον λάκκο των λεόντων, εμείς, που πληρώνουμε πλέον τόσα χαράτσια, στα – π.χ. – 50 ευρώ πρόσθετο ετήσιο φόρο θα κολλήσουμε; Οποιος πιστός δεν δύναται, δεν θα δηλώνει και δεν θα καταβάλλει τον οβολό του• και όταν με το καλό περάσει η οικονομική κρίση και ξανασταθεί στα πόδια του, τότε θα συνεισφέρει. Η Γερμανία πάντως εισπράττει και αποδίδει κατ’ έτος δισεκατομμύρια από τον «εκκλησιαστικό φόρο» για τους καθολικούς και κάτι άλλα δισεκατομμύρια για τους προτεστάντες• πόσο μάλλον ημείς που, διατί να το κρύψωμεν άλλωστε, είμεθα χριστιανοί ορθόδοξοι απαξάπαντες και εζυμωμένοι με την Εκκλησία μας. Θα μαζέψουμε πιο πολλά από τους Γερμαναράδες.
Η Εκκλησία διά στόματος Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου έχει δηλώσει πως θα δεχόταν την κατάργηση της μισθοδοσίας εφόσον θα της επιστρεφόταν η περιουσία που κατά καιρούς έχει δώσει στο κράτος, αλλά νομίζω πως θ’ απαιτούνταν μακροσκελείς και βασανιστικοί λογαριασμοί για να βρούμε ποιος χρωστά σε ποιον και πόσα. Τώρα διανύουμε «εμπόλεμη περίοδο», κατά την κυβερνητική ρήση, όπως λ.χ. στα 1822, όταν θεσπίστηκε ο νόμος «Περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών προς διατροφήν των αγωνιζομένων πενήτων και τας ανάγκας του πολέμου» και μαζεύτηκαν εκατοντάδες οκάδες ασημικό, ενώ στη σημερινή δυσπραγία το κράτος βάζει χέρι ακόμη και στις συντάξεις με προπληρωμένα ένσημα. Οταν και αν! παρέλθει η οικονομική λαίλαψ και οι συντάξεις αποκατασταθούν στα νόμιμα ύψη τους, τότε θα μπορούμε να επιστρέψουμε στην Εκκλησία της περιουσία της μετά τις δέουσες προσθαφαιρέσεις (π.χ. αφαίρεση όλων των καταβληθεισών μισθοδοσιών και κρατικών επιχορηγήσεων προς την Εκκλησία, με τους νομίμους τόκους και ανατοκισμούς, από το 1822 και εξής). Πρώτα όμως θα αποκαταστήσουμε κατά την αίθρια ημέρα της οικονομικής ανάκαμψης τις συντάξεις, διότι η Εκκλησία είναι αιώνια ενώ οι συνταξιούχοι αποδημούν εις Κύριον νωρίτερα.

Περαίνω επισημαίνοντας ότι ο μόνος ποιητής μας που γνωρίζω να έχει κάμει αυτόλεκτη θετικήν αναφορά στο κράτος μέσα στην ποίησή του (οι αντικρατικές κορόνες είναι πάντοτε ευκολότερες) είναι ο μείζων Καβάφης «Από υαλί χρωματιστό»): του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια.
*Ο Μίμης Σουλιώτης είναι ποιητής και διδάσκει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας
Advertisements