«Το αμερικανάκι» και οι μετανάστες

Για την Αυγή της Κυριακής

Να ξεκινήσω με το δικό μου βίωμα από τον Δήμο Αθηναίων, και συγκεκριμένα από το Κέντρο Εξυπηρέτησης Αλλοδαπών: με πιάνει κρύος ιδρώτας όλα τα τελευταία 12 χρόνια που αναγκάζομαι να πάω να καταθέσω ή να παραλάβω οποιοδήποτε χαρτί. Μετά την τοποθέτηση δε μελών της Δημοτικής Αστυνομίας, μερίδα των οποίων συμπεριφέρονται τουλάχιστον απάνθρωπα στους μετανάστες, η κατάσταση έχει χειροτερέψει. Γι’ αυτό και, όταν είδα διαφορετική συμπεριφορά από υπάλληλο του Κ.Ε. Αλλοδαπών, μου γεννήθηκε η επιθυμία να μάθω λίγα παραπάνω πράγματα.

Ήταν πέρυσι τέτοιο καιρό όταν (ξανα)πήγα στη Μαιζώνος και Ψαρών. Μια νέα κοπέλα, με μπλε μάτια και ήρεμο βλέμμα, που εύκολα σε μπερδεύει και σε παραπέμπει σε χώρα εκτός Μεσογείου, με αναγνώρισε και μου μίλησε. «Γεια σας, είμαι η Βούλα Μπουρνά. Διαβάζω κείμενά σας και παρακολουθώ κατά καιρούς αυτά που γράφετε. Χαίρομαι που σας γνωρίζω και από κοντά» μου είπε με ένα πολύ ζεστό χαμόγελο. Ήταν η πρώτη φορά που υπάλληλος του συγκεκριμένου γραφείου μού μίλησε στον πληθυντικό. Προφανώς θα υπάρχουν και άλλοι που το κάνουν, αλλά προσωπικά δεν μου είχε τύχει, και για τον λόγο της τυπικότητας των σχέσεων μαζί τους. Αιφνιδιάστηκα ευχάριστα, οπωσδήποτε. Αφού τελείωσα τις διαδικασίες, ευκολότερα και πιο ανθρώπινα τούτη τη φορά, έβαλα στο μυαλό μου μια συνάντηση μαζί της για να μάθω για την εμπειρία της με τους μετανάστες.

«Βλέποντας στο γκισέ κάθε μέρα να περνάνε μπροστά μου εκατοντάδες άτομα, καμιά φορά βλέπω σε αυτούς τους ίδιους μου τους γονείς», θα μου έγραφε σε ένα απαντητικό e-mail ευχαριστιών μου. «Παιδί μεταναστών η ίδια, δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά» συνέχιζε. Αυτό αρκούσε για να θέλω να μάθω παραπάνω. Την παρακάλεσα και συναντηθήκαμε σε ένα καφέ στο κέντρο. Ήρθε μαζί με μια φίλη της από την Αλβανία, την Gjinovefa, πρώην συμβασιούχο του Δήμου, που από τον Ιούλιο είναι άνεργη και χωρίς Ταμείο Ανεργίας.

Σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας μας, η Gjinovefa έσταζε μέλι για τη φίλη της φέρνοντάς τη πολλές φορές σε δύσκολη θέση. Η Βούλα, συνεσταλμένη και αρκετά πιο «μαζεμένη» απ’ ό,τι φαίνεται στον χώρο εργασίας της, όπου η όψη της είναι διαφορετική και σου επιβάλλεται εύκολα, αφού μου ζήτησε συγγνώμη για την ελάχιστη καθυστέρηση και αφού «έσπασε ο πάγος» με τις ερωτήσεις μου για τις μεταναστευτικές μου ανάγκες, ξεκίνησε να μου μιλάει για εκείνα που τη ρωτούσα.

«Αρχικά βρέθηκε ο πατέρας μου στην Αμερική. Κλασικά, ο θείος που είχε πάει νωρίτερα, του έκανε πρόσκληση και το 1967 έφτασε στο Νιου Τζέρσεϊ. Δυο χρόνια μετά, ξανά με τον γνωστό τρόπο του προξενιού, παντρεύεται τη μάνα μου και την παίρνει μαζί του. Εκεί γεννιόμαστε εγώ και η αδελφή μου. Από τα χρόνια της Αμερικής δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα, για να πω την αλήθεια, διότι το 1984, όταν ήμουν τρίτη δημοτικού, και με τα πρώτα χρόνια του Ανδρέα στην εξουσία, οι γονείς μου επέστρεψαν πίσω. Το καλό ήταν ότι τέσσερις φορές την εβδομάδα έκανα ελληνικά στο σχολείο που είχαμε στην ενορία εκεί, οπότε δεν είχα δυσκολίες προσαρμογής όταν επιστρέψαμε σε ό,τι αφορά τη γλώσσα.

Μου έκαναν, βέβαια, πολλά πράγματα εντύπωση όταν ήρθα εδώ. Το μεγάλο πολιτισμικό σοκ το έπαθα με τα πεζοδρόμια. Πρώτη φορά χρειαζόταν να περπατήσω στον ίδιο δρόμο με τα αυτοκίνητα και να μην έχει μεγάλο χώρο για τους πεζούς. Αλλά και στο σχολείο οι διαφορές ήταν τεράστιες. Εκεί σε κάθε θρανίο καθόταν ένας μαθητής. Στο δημόσιο σχολείο οι μαθητές είχαν καθημερινή σίτιση. Πράγματα που εδώ ήταν και είναι άγνωστα. Προβλήματα ρατσισμού ή διαφορετικότητας φυσικά και δεν αντιμετώπισα, αν εξαιρέσεις το γνωστό και άκρως ακίνδυνο για την ηλικία μου ‘το αμερικανάκι’. Ας έχουμε υπόψη μας και την εποχή, όμως, όπου η έξαρση του αντιαμερικανισμού στην Ελλάδα υπήρξε παροιμιώδης. Όταν διάβαζα στους τοίχους ‘Έξω οι Αμερικάνοι», τότε νόμιζα ότι απευθύνεται σε μένα, την αδελφή μου και τους γονείς μου! Βέβαια, πρέπει να πω εδώ πως ανάμεσα στις φίλες μου έκανα ‘τη διαφορά’, αφού από τις ΗΠΑ κουβάλησα μαζί μου αρκετά φανταχτερά μολύβια και στυλούς και τα μοίραζα χωρίς δυσκολία» συμπληρώνει με παιδικό χαμόγελο, που θαρρείς και έχει «κατασκηνώσει» στο πρόσωπό της από τα χρόνια του δημοτικού και αρνείται να αλλάξει.

«Όπως λέω συχνά σε αυτούς που εξυπηρετώ, κάνω απλώς τη δουλειά μου. Τη δουλειά για την οποία εκπαιδεύτηκα και για την οποία πληρώνομαι. Είμαστε μια ομάδα 4 παιδιών που διοριστήκαμε πριν από 13 μήνες στο συγκεκριμένο πόστο, αφού περάσαμε σε διαγωνισμό της Σχολής Τοπικής Αυτοδιοίκησης -μετά τις σπουδές μου στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών- και διαλέξαμε τον τομέα της μετανάστευσης για εξειδίκευση.

Η εμπειρία των γονιών μου ως μεταναστών και οι συχνές κουβέντες στο σπίτι γι’ αυτά τα θέματα μάλλον με έχουν επηρεάσει. Και δεν σας κρύβω ότι καμιά φορά σκέφτομαι ότι στη θέση του άγνωστου μετανάστη απέναντί μου θα μπορούσε να ήταν ο μπαμπάς μου ή η μαμά μου.

Η αλήθεια είναι ότι οι τρεις μας -η τέταρτη κοπέλα επιστρέφει από εγκυμοσύνη σε λίγες μέρες- ακούμε συχνά καλά λόγια. Δεν θέλω να δικαιολογήσω τους παλιότερους συναδέλφους, αλλά οι συνθήκες εργασίας είναι πολύ πιεστικές έως και ανυπόφορες. Από τις 8 το πρωί περίπου μέχρι τις 3.30 το απόγευμα κάποιοι δεν καθόμαστε καθόλου. Ούτε για τις δικές μας προσωπικές ανάγκες έχουμε τον κατάλληλο χρόνο. Και ας ακούγεται υπερβολικό. Ειδικά μετά τις 29 Ιουλίου, ημερομηνία που απολύθηκαν όλοι οι συμβασιούχοι. Από τότε μείναμε 13 μόνιμοι υπάλληλοι για να βγάλουμε έναν όγκο δουλειάς που ώς τότε έβγαζαν 60 άτομα»!

Τη ρωτάω για το περιστατικό που την έχει σημαδέψει ώς τώρα και μου διηγείται: «Ένας νεαρός από αραβική χώρα ζητούσε επίσπευση έκδοσης της άδειάς του επειδή ο πατέρας του ήταν πολύ άρρωστος στην Ιταλία. Κάναμε τα πάντα, αλλά, όταν η άδεια βγήκε, σε μια εβδομάδα, ο πατέρας του είχε πεθάνει. Βλέποντάς τον να κλαίει -αφού η άδεια δεν είχε πια νόημα- ένιωσα φοβερά άσχημα».

Κλείνοντας την κουβέντα μας της ζήτησα μια συμβουλή που θα ήθελε να δώσει στους μετανάστες που πάνε στον Δήμο. Μου απάντησε ειλικρινά και ανθρώπινα: «Να οπλιστούν με υπομονή και να προτιμήσουν να έρθουν οι ίδιοι για τα χαρτιά τους παρά να τα δώσουν σε δικηγόρους».

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “«Το αμερικανάκι» και οι μετανάστες

Τα σχόλια είναι κλειστά.