Μετανάστες στα πρόθυρα της μετανάστευσης…

Η αρχή έγινε όταν «όλοι έφευγαν». Αρχές του ’91, μόλις η Αλβανία έχει βγει από το μακρινό έρεβος της μονοκομματικής δικτατορίας, της σκληρότερης που δοκίμασε ευρωπαϊκό κράτος μετά το 1944, και η μετανάστευση αποτελούσε τη μόνη ελπίδα. Άγνωστη έννοια ως τότε, αλλά μπροστά στο αδιέξοδο και την κατάρρευση, όλα τα μαθαίνεις.

Ο σημερινός μας «καλεσμένος», είχε γίνει πριν δυο χρόνια πατέρας και του έκτου του παιδιού (!), του «πολυπόθητου αγοριού», και όπως εύκολα μπορεί κανείς να συμπεράνει, μόνο εύκολο δεν του ήταν να εγκαταλείψει τη φαμίλια του. Αξίζει να σημειωθεί πως το πρώτο παιδί με το έκτο έχουν μόλις εφτά χρόνια διαφορά. Σε εφτά χρόνια, έξι παιδιά! Όπως και να το κάνουμε, δεν συμβαίνει και κάθε… μέρα. Και πριν βιαστεί κανείς να μιλήσει για «άλλη νοοτροπία», να σημειωθεί ότι ο ίδιος ήταν κτηνίατρος και η σύζυγός του δασκάλα. Άνθρωποι με σπουδές και μορφωμένοι που στο χωριό τούς «ρωτούσαν ακόμα και για τις νύφες που θα έπαιρναν».

Ο Frederik Sala, όμως -το όνομα είναι ενδεικτικό της εποχής που γεννήθηκε, το 1956, και προέρχεται από τον μεγάλο πολιτικό θεωρητικό Φρεντερίκ Ένγκελ- βλέποντας την κατάρρευση και τις μεγάλες ανάγκες της οικογένειας, δεν θα μπορούσε να μην ακολουθήσει τον δρόμο της φυγής. Άφησε πίσω του τη γυναίκα με τα έξι τους παιδιά και άρχισε την «ελληνική περιπέτεια». Οι συναντήσεις μαζί του είναι συχνές και όσες φορές η κουβέντα πάει στις πρώτες μέρες, πάντα η εικόνα του είναι ίδια: ξαναζεί στο έτος 1991.

«Το μεγάλο μου άγχος δεν ήταν το άγνωστο που θα βρω μπροστά, αλλά τα γνωστά που θα άφηνα πίσω. Έξι μικρά παιδιά, το μεγαλύτερο εννιά ετών και το μικρότερο μόλις δύο. Μια γυναίκα που, πέραν της εργασίας της ως δασκάλα, έπρεπε να αντιμετωπίσει και μια εντελώς καινούργια και πρωτόγνωρη κατάσταση. Ως εκείνη τη χρονιά υπήρχε φούρνος όπου αγοράζαμε ψωμί, αλλά έκλεισε και ο καθένας έπρεπε να βρει τον τρόπο να κάνει το ψωμί των παιδιών του. Ο παιδικός σταθμός έκλεισε και τα μικρά χρειάζονταν άτομο να τα κρατάει στο σπίτι μέχρι την ώρα που θα επέστρεφε από το σχολείο η μητέρα τους. Εκεί που η γη ήταν κρατική και ζώα δεν μπορούσαμε να κρατάμε, όλα πλέον ήταν διαφορετικά: η γη μάς επεστράφη και μας μοίρασαν πρόβατα και γίδια. Για όλα έπρεπε να υπάρχει άνθρωπος να τα προσέχει. Από την άλλη, το σύστημα κατέρρευσε. Αμέτρητοι οι άνεργοι, οι τιμές πολλαπλασιάστηκαν, οι λίγοι που δούλευαν έπαιρναν μισθούς πείνας. Η απόλυτη τρέλα. Ή φεύγεις και ρισκάρεις τα πάντα, ή μένεις και παραδίνεσαι στη μοίρα σου. Επέλεξα το πρώτο».

Η Hëna, η πιστή σύζυγος, «ο άνδρας» του σπιτιού στα πολύ δύσκολα χρόνια των πρώτων χρόνων της μετανάστευσης του ανδρός της, στέκει πλάι του και εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς την αδυναμία που του έχει. Από εκείνες της γυναίκες που «αναπνέουν με τα πνευμόνια του άνδρα τους». Οι κουβέντα μαζί τους είναι απόλαυση. Η Hena, όντας δασκάλα για 23 χρόνια στην Αλβανία και μητέρα που μεγάλωσε έξι παιδιά, σε πείθει εύκολα για την πυγμή που τη διακατέχει. Αν και τα παιδιά έχουν μεγαλώσει, αν και ο γιος, το στερνοπούλι της οικογένειας, έχει γίνει άνδρας και κλείνει τα είκοσι δύο του, το «τιμόνι» παραμένει στα χέρια της και το «κουμάντο» το κάνει εκείνη. Ο Frederik απλώς της έχει τυφλή εμπιστοσύνη. Σωστός κέρβερος.

«Έπρεπε να κάνω αυτά που δεν είχα φανταστεί. Χρειάστηκε να παίξω έναν ρόλο που δεν ήξερα αν μπορούσα, αλλά προσπάθησα να το κάνω με αφοσίωση και τιμιότητα. Ως την ημέρα που έφυγε ο Fedo -έτσι αποκαλούν οι δικοί του τον Frederik-, τα πάντα τα κάναμε μαζί. Τα πέντε κορίτσια τα ετοιμάζαμε μαζί για το σχολείο και το νηπιαγωγείο. Εγώ αποβραδίς ετοίμαζα τα ρουχαλάκια τους και το πρωί οι δυο μας τα ντύναμε, τα χτενίζαμε και τα ταΐζαμε. Τα κοτσιδάκια πάντως ήταν «αποκλειστικότητα» του πατέρα τους – συμπληρώνει με χαμόγελο. Τα έβαζα να κρατιούνται από τα χέρια -ένα μεγάλο κι ένα μικρό- και τα πήγαινα σχολείο. Απότομα έπρεπε να τα ξεχάσω όλα, να αναλάβω και δουλειές που ποτέ δεν είχα κάνει. Τα κατάφερα όμως. Τα καταφέραμε καλύτερα, γιατί τα κορίτσια μπορεί να ήταν μικρά, αλλά μεγάλωσαν ‘μέσα σε μια νύχτα’. Οι ανάγκες και οι δυσκολίες κάνουν τους ανθρώπους να ενωθούν και να βρουν λύσεις».

Ο Frederik δούλεψε μόνος του μέχρι το ’97, με την οικογένεια πίσω στο χωριό Dames στο Τεπελένι, «δίπλα στο χωριό του Αλί Πασά», όπως συχνά λέει, και όταν η Αλβανία μπήκε στον λαβύρινθο με τις περιβόητες πυραμίδες και οι φλόγες της εμφύλιας σύρραξης απειλούσαν να κάψουν τα πάντα, αλλά κυρίως τους αδύνατους και αυτούς που δεν είχαν «στηρίγματα», αποφάσισε να πάρει και την οικογένεια μαζί του.

«Πολύ τολμηρή απόφαση, αλλά αναπόφευκτη. Μαζευτήκαμε οι οκτώ εδώ και μπορούσα να τα έχω μπροστά στα μάτια μου. Μια γυναίκα μόνη της με έξι παιδιά στην Αλβανία εκείνη την εποχή ήταν, το λιγότερο, μια τρέλα. Δύσκολη βέβαια και η προσαρμογή των παιδιών εδώ. Ειδικά της γυναίκας».

«Ήθελα να φύγω -λέει η ίδια. Αντίκρισα πρωτόγνωρες καταστάσεις και φοβόμουν για τα παιδιά μου».

Μέσα σε εννιά χρόνια από την ημέρα που η οικογένεια ενώθηκε στην Ελλάδα, αγοράσανε δικό τους σπίτι. Η δασκάλα βρήκε δουλειά σε βιοτεχνία ρούχων και προσαρμόστηκε εύκολα, ο πρώην κτηνίατρος έγινε οικοδόμος και συνεχίζει ακόμα και σήμερα, δύο από τα παιδιά σπουδάζουν στα ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά, αντίστοιχα.

«Αλλά το αύριο με τρομάζει το ίδιο με εκείνο το ‘αύριο’ του 1991. Η Ελλάδα δεν είναι πια η ίδια, στην Αλβανία είμαστε σχεδόν ξένοι, εδώ ριζώσαμε για τα καλά, αλλά η φουρτούνα που βιώνουμε τραντάζει και τα θεμέλια. Δύσκολη η μετανάστευση δίχως άλλο, αλλά αν τα πράγματα συνεχίσουν ως έχουν, εκείνο το μακρινό δίλημμα μπορεί να επιστρέψει. Και όταν στη ‘ζυγαριά’ μπαίνει η επιβίωση, η πολυτέλεια κάνει στην άκρη».

Στην παρέα του Frederik και της Hëna έχω βρεθεί αμέτρητες φορές. Αυτοί οι άνθρωποι σου δίνουν την εντύπωση ότι κρατάνε ένα μαγικό ραβδί με το οποίο λύνουν όλα τα προβλήματα. Δικά τους και των άλλων. Αν και τα πράγματα τώρα είναι δύσκολα, είμαι σίγουρος ότι και αυτή τη φορά θα τα καταφέρουν. Και χωρίς δεύτερη μετανάστευση…

Το άρθρο γράφτηκε για την σημερινή Αυγή της Κυριακής

Advertisements