Δύσκολα για όλους, δυσκολότερα για τους μετανάστες…

Για την Κυριακάτικη Αυγή

Ο αριθμός των, νέων κυρίως, Ελλήνων που ψάχνει εργασία εκτός χώρας ολοένα και αυξάνεται. Δεν θα ήταν υπερβολή αν μιλούσαμε για ένα νέο μεταναστευτικό ρεύμα που πάει να διαμορφωθεί.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Europass.gr, που καταγράφει αιτήσεις πολιτών για εργασία σε χώρες του εξωτερικού, μόνο το πρώτο πεντάμηνο του 2011 ο αριθμός των Ελλήνων που έψαξε για εργασία στο εξωτερικό ανήλθε στα 35.349 άτομα, έναντι των 32.267 για όλο το έτος 2009. Ο αριθμός αυτός αναμένεται να φτάσει ώς το τέλος του έτους ακόμα υψηλότερα και από αυτό του 2010, όταν οι αιτήσεις έφτασαν τις 46.432. Οι περισσότεροι αιτούντες είναι νέοι από 26 έως 30 ετών που, μη βρίσκοντας εργασία και ελπίδα στην Ελλάδα, σπεύδουν να απομακρυνθούν για «τα ξένα».

Αριθμοί που μοιάζουν πιο ανησυχητικοί για την Ελλάδα, ακόμα και από αυτό το ίδιο αβάσταχτο χρέος των πάνω από 350 δισ. ευρώ, αφού με κλειστά τα εργοτάξια και τις παραγωγικές μονάδες και τους ανθρώπους άνεργους στους δρόμους, τα χρέη δεν μπορούν να μειωθούν, αλλά μόνο να αυξηθούν. Ένα μικρό ρεπορτάζ στην πλατεία Συντάγματος δίνει ακριβώς το στίγμα των ημερών.

Η Τζένη Ρ. είναι από αυτούς που, για ενάμιση χρόνο περίπου, ζει τον εφιάλτη της ανεργίας και, όπως λέει η ίδια, «δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να βρίσκεσαι ‘εκτός των τειχών’ της εργασίας σε περίοδο κρίσης. Υπέβαλα βιογραφικά, έκανα αιτήσεις και χτύπησα πόρτες και έξω από το αντικείμενό μου: σε βιβλιοπωλεία, καταστήματα πώλησης ρούχων και αλλού, ακυρώνοντας τις σπουδές μου. Δυστυχώς, το πτυχίο δεν έχει καμιά αξία πλέον». Με ντοκτορά στην Κοινωνική Ανθρωπολογία στη Βρετανία, μετά το πτυχίο της στην Ελλάδα, η ζωή της είχε μετατραπεί σε μια καθημερινή θλίψη, ώσπου της χαμογέλασε η τύχη πριν από λίγες ημέρες. Μια τύχη που ήρθε με τη μορφή μια θέσης ως ερευνήτριας στο Κέντρο Ερευνών Κοινωνικής Ανθρωπολογίας της Λισαβόνας στο πεδίο των θρησκειών και πνευματισμού, με τριετή σύμβαση και δυνατότητα ανανέωσης. «Για καλή μου τύχη», λέει η ίδια, «μπόρεσα να βρω μια λύση στην Ευρώπη».

Εκείνη φεύγει με μια αίσθηση «χαράς και πίκρας», όπως λέει, για το γεγονός πως η δική της πατρίδα δεν της παρέχει πια τη δυνατότητα να εργαστεί εδώ. «Δύσκολα θα επέστρεφα στην Ελλάδα με τις σημερινές συνθήκες, αν και είναι κάτι που το θέλω πολύ. Η σημερινή Ελλάδα δεν σε αφήνει να ονειρεύεσαι…», λέει απογοητευμένη από την πολιτική και τους πολιτικούς που «δεν έστρεψαν τα μάτια προς τους νέους και δεν βρήκαν μια κοινή γλώσσα, όπως συνέβη στην Πορτογαλία, για να βγούμε κι εμείς μια ώρα αρχύτερα από τα νύχια της κρίσης».

Έτοιμοι να μεταναστεύσουν και πτυχιούχοι…

«Όπως έχουν έρθει τα πράγματα», λέει ο 35χρονος άνεργος Γιάννης Α., «η μετανάστευση είναι η μόνη λύση». Ο Γιάννης τον θυμό του για τους πολιτικούς και την κυβέρνηση τον έχει μετατρέψει σε αγανάκτηση και βρίσκεται κάθε μέρα στην πλατεία Συντάγματος. Έχασε τη δουλειά του σχετικά πρόσφατα, όταν απολύθηκε από κατάστημα ρουχισμού στην Ομόνοια, το οποίο έκλεισε, και είναι στον ΟΑΕΔ με επίδομα ανεργίας. Ο Γιάννης ανήκει στην ομάδα των υποψηφίων μεταναστών χωρίς πτυχίο, το οποίο μοιάζει αρκετά με εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που άφησαν την Ελλάδα τη δεκαετία του ’60 και του ’70.

«Οι πολιτικοί δεν σέβονται ούτε την ψήφο και ούτε τις ζωές των ανθρώπων» , λέει οΘανάσης Μ. Εδώ με κρατάνε «η οικογένεια και τα δυο μου παιδιά» για τους οποίους έχει κάνει και τον «επώδυνο συμβιβασμό» να εργαστεί ως πωλητής και «ούτε μια μέρα στο δικό μου επάγγελμα, αυτό του τεχνικού υπολογιστών» εδώ και δεκαπέντε χρόνια. «Ας μην ξεχάσουμε πως είναι οι νέοι αυτοί που στηρίζουν την πατρίδα και όταν τους κόβεις τα γόνατα, κόβεις το μέλλον για όλους», λέει ο ίδιος που τον εξοργίζει ακόμα περισσότερο η φράση «όλα γίνονται για να σωθεί η πατρίδα». Όπως τον εξοργίζει και το γεγονός πως «οι φόροι και οι απολύσεις» έχουν γίνει η βίβλος των κυβερνώντων και του Μνημονίου της Τρόικας.

«Μια χώρα που δεν προσφέρει ελπίδες στους νέους της, που δεν εκμεταλλεύεται τα ταλέντα και τις γνώσεις τους, που δεν τους πιστεύει δεν δικαιούται να μιλάει για το μέλλον της» λέει ο Γιώργος Π.

Φίλοι των παιδιών που μας μίλησαν και οι Αλβανοί μετανάστες Σοκόλ Κ. και Αργκίτα Π., που και αυτοί «συχνάζουν» στην πλατεία Συντάγματος. «Συμπληρώνω έξι μήνες άνεργος. Ήρθα στην Ελλάδα το 1998. Είναι δύσκολα για όλους, πρώτα για τους Έλληνες και μετά και για εμάς τους μετανάστες», λέει ο Σοκόλ που είναι παιδί μεταναστών και έχει πτυχίο ηλεκτρολόγου. «Δεν υπάρχει θέμα ρατσισμού για το γεγονός πως δεν έχω δουλειά ή επειδή είμαστε ξένοι στην Ελλάδα. Από τη στιγμή που είναι δύσκολα για τους ντόπιους, δυο φορές δυσκολότερα είναι για έναν μετανάστη που και τη γλώσσα μπορεί να μην ξέρει καλά, και κάποιο σχολείο μπορεί να μην έχει τελειώσει».

«Η ανεργία πλήττει καταρχήν τις γυναίκες» λέει η Αργκίτα που έχει τελειώσει ιδιωτική σχολή μάρκετινγκ και, όπως συμπληρώνει, «είμαι ήδη ενάμιση χρόνο χωρίς δουλειά. Ακόμα τρώω από τον μπαμπά και τη μαμά. Έτσι όπως πάει το πράγμα, δεν έχω καν ελπίδα ότι μια μέρα θα βγάλω και τα λεφτά που ξόδεψαν οι δικοί μου για να κάνω τη σχολή», καταλήγει.

Σε αντίθεση με τον Σοκόλ, που σκέφτεται και την επιστροφή στην Αλβανία, η Αργκίτα δεν το συζητά, προς το παρών αφού «εκεί οι μισθοί είναι ακόμα πολύ χαμηλοί και οι άνθρωποι δουλεύουν απλώς για να ζήσουν» και βλέπει ως ένα πιθανό προορισμό της την Αμερική όπου «υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες».

Παρ’ όλες τις δυσοίωνες προβλέψεις για την Ελλάδα, ο Γιάννης και ο Σοκόλ, δεν θέλουν να χάσουν την ελπίδα για καλύτερες ημέρες. «Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία», λένε. «Ας ενωθούμε όλοι -διότι η ένωση είναι δύναμη, όπως λέει ο λαός- και να φέρουμε την αλλαγή, που ελπίζουμε να είναι ουσιαστική και να έρθει από εμάς τους νέους», καταλήγουν.

Είναι αυτή η ελπίδα που κάνει τη φωνή των Αγανακτισμένων της πλατείας Συντάγματος ακόμα πιο δυνατή, αν και φτάνουν τις πενήντα ημέρες μαζεμένοι.

Advertisements