Μεταξύ ρατσισμού και υπερηφάνειας…

Για την Αυγή της Κυριακής

Ο Αγκρόν έχει ζήσει όλη του τη ζωή στη Σκόδρα. Δεν έμαθε ποτέ για το πότε και το πώς ήρθαν οι παππούδες του στην πόλη. Σε μια πόλη όπου ήταν ο μοναδικός μαύρος ανάμεσα στους λευκούς. Ήξερε και ξέρει μόνο ότι καταγόταν από την Υεμένη. Την περίοδο της κομμουνιστικής δικτατορίας του Χότζα, εκτός της απομόνωσης που ζούσε ολόκληρος ο αλβανικός λαός, εκείνος ζούσε σε μια διπλή απομόνωση, την απομόνωση λόγω χρώματος.

«Ως ξένος σε αυτόν τον τόπο, ποτέ δεν είχα συγγενείς. Ούτε θυμάμαι να ερχόταν στο σπίτι μας, στα παιδικά μου χρόνια, επισκέπτες. Στο σπίτι μου ακούστηκαν παιδικές φωνές, μόνο όταν παντρεύτηκα και ήρθαν τα δικά μας παιδιά. Έξω, όμως, οι φίλοι μου δεν μ’ έκαναν να νιώσω απομονωμένος, πάντα με βοηθούσαν. Μπορεί και λόγω της μοναδικότητας…».

Εξαιτίας του χρώματός του, η παρουσία του Αγκρόν στην πόλη δεν μπορεί να μη γίνει αντιληπτή από όλους όσοι τον περιστοιχίζουν. Παρ’ όλα αυτά, οι φίλοι του είναι λιγοστοί και η προκατάληψη μεγαλύτερη. «Και στη δικτατορία και σήμερα, δεν μπορώ να πω ότι νιώθω ωραία όταν αντιμετωπίζω ρατσισμό. Και ρατσισμό αντιμετωπίζω παντού. Κι εγώ και η οικογένειά μου. Είτε πάω για να ψάξω δουλειά είτε πάω σε μια δημόσια υπηρεσία. Ειδικά για δουλειά, υπάρχει πάντα το ερώτημα με μπόλικο ρατσισμό: και πώς να πάρουμε για δουλειά τον αράπη, όταν έχουμε μόνο λευκούς και όταν μπορούμε να πάρουμε οποιονδήποτε ‘δικό μας’;».

Για το μόνο πράγμα για το οποίο ο Αγκρόν υπερηφανεύεται είναι η οικογένειά του. Τη νεότητά του την πέρασε σε μια εποχή που οι προκαταλήψεις, τουλάχιστον θεσμικά, πολεμήθηκαν σοβαρά και αυτό χάρισε στον Αγκρόν την αληθινή αγάπη της φίλης του και σημερινής συζύγου του, Σαφέτε, με την οποία γνωρίστηκαν την εποχή που αυτός εργαζόταν ως οδηγός στο εργοστάσιο που δούλευαν οι δυο τους.

«Γνωριστήκαμε όταν ο άνδρας μου έφερνε αλεύρι στη μονάδα παραγωγής ψωμιού όπου εργαζόμουν εγώ. Ερωτευτήκαμε, αλλά το δύσκολο ήταν να το πω στους γονείς μου, λόγω του χρώματος του άνδρα μου. Όχι για μένα, εγώ τον ερωτεύτηκα και δεν είχα κανένα τέτοιο πρόβλημα. Οι γονείς μου ‘τρελάθηκαν’. Ο πατέρας μου ήταν πολύ γνωστός στην πόλη και ντρεπόταν που η κόρη του θα παντρευόταν έναν μαύρο. Χρειάστηκε να περάσει καιρός, να γνωρίσουν από κοντά τον άνδρα μου και να διαπιστώσουν οι ίδιοι οι γονείς μου τι άνθρωπος ήταν». «Αν δεν την παντρευόμουν τη Σαφέτε», συμπληρώνει ο Αγκρόν, «δεν θα κατάφερνα να ζήσω. Τόσο πολύ την είχα ερωτευτεί».

Μετά τον γάμο του, το ζευγάρι απέκτησε έξι παιδιά, και τα έξι κορίτσια. Σήμερα είναι όλα παντρεμένα, εκτός της Μιρέλλας, της μικρής κόρης του σπιτιού.

«Μετά τον γάμο μας, όταν βγαίναμε τη βόλτα μας κάθε βράδυ, πολλές φορές άκουγα να λένε οι διπλανοί μας: κοίτα, κοίτα αυτό το ζευγάρι. Ρωτούσα τον άνδρα μου για την απορία των άλλων και εκείνος μου έλεγε: συνέχισε, γυναίκα, απορούν οι άνθρωποι που εσύ που είσαι λευκή είσαι παντρεμένη με μένα που είμαι μαύρος. Τότε εγώ τον αγκάλιαζα πιο σφιχτά και τον φιλούσα, προκαλώντας μεγαλύτερη αμηχανία στους διπλανούς μας».

Ο Αγκρόν, από τη φύση του, δείχνει αρκετά υπομονετικός και τύπος που ξέρει να συμβιβάζεται αλλά και να προσαρμόζεται εύκολα. Είναι ο τύπος του δουλευταρά που δεν τον ενδιαφέρει το περιβάλλον και ούτε οι δυσκολίες θα τον κάνουν να λυγίσει. Οι άνθρωποι που τον γνωρίζουν από κοντά, όποιον και να ρωτήσεις, και φαίνεται πως δεν το κάνουν από τυπική ευγένεια, τον αγαπούν πραγματικά και τον σέβονται ειλικρινά. Το θέμα είναι η γενικότερη προκατάληψη, ο «μόνος μαύρος της πόλης».

Μια γειτόνισσα του ζευγαριού λέει: «Είναι ο άνδρας της φίλης μου ο Αγκρόν -έχουμε μεγαλώσει μαζί με τη Σαφέτε- και από την πρώτη στιγμή που τον ξέρω, και δεν το λέω να φανώ καλή στη φίλη μου, τον νιώθω ως αδελφό μου. Εκπληκτικός άνθρωπος με έμφυτη ευγένεια, τρυφερός πατέρας, υπόδειγμα γείτονα. Εμείς πάμε σπίτι τους και αυτή έρχονται σπίτι μας, σαν να γεννηθήκαμε στο ίδιο σπίτι και από τους ίδιους γονείς. Για εμάς δεν υπάρχει θέμα χρώματος, δεν υπάρχει θέμα καταγωγής -εξάλλου από τη Σκόδρα είναι ο Αγκρόν και οι γονείς του-, υπάρχει μόνο ο γείτονας που μας σέβεται και τον σεβόμαστε. Είμαστε υπερήφανοι για τον φίλο μας και την οικογένειά του».

Στον χώρο της εργασίας του ο Αγκρόν ξεχωρίζει. Και φυσικά όχι μόνο λόγω του χρώματός του. Οι συνάδελφοί του τον περιγράφουν ως «ευγενικό άνδρα, πάντα πρόθυμο να βοηθήσει, ποτέ δεν διαμαρτύρεται και δεν βγάζει δικαιολογίες, στην ώρα του έρχεται και ποτέ δεν βιάζεται να φύγει, ουδέποτε ακούστηκε το όνομά του σε καυγά ή σε άλλη υπόθεση».

Ο Αγκρόν, ο μοναδικός μαύρος στην πόλη της Σκόδρα στη βόρεια Αλβανία, έχει αισθανθεί πάντα διαφορετικός. Ενώ τώρα είναι στην τρίτη ηλικία και τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικά, στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει. Τα σύνορα της Αλβανίας άνοιξαν και δεν υπάρχει πλέον η «μοναδικότητα του σοσιαλισμού ρεαλισμού που στηρίζεται απόλυτα σε εθνικές δυνάμεις», αλλά ο Αγκρόν δεν έφυγε από την πατρίδα του. Πατρίδα του είναι η Σκόδρα και η Αλβανία, δεν γνώρισε ποτέ άλλη πατρίδα, περάν του γεγονότος πως ξέρει την καταγωγή των παππούδων του.

Ενώ πέρασαν τρεις γενιές, αυτός παραμένει ένας «ξένος». Ένας ξένος που ποτέ δεν έζησε στα ξένα. Ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του. «Το καλό είναι ότι τα παιδιά μας δεν νιώθουν ξένα. Δυσκολεύτηκαν και αυτά να παντρευτούν λόγω χρώματος, αλλά πλέον είναι με οικογένειες και με παιδιά. Δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να εξηγήσω σε κάποιον πως δεν είμαι ξένος. Πατρίδα μου είναι η Αλβανία και μόνο αυτή την πατρίδα αγαπώ. Νιώθω τόσο Αλβανός και τόσο υπερήφανος γι’ αυτήν όσο και οι υπόλοιποι κάτοικοι αυτής της χώρας. Δεν βρίσκω λόγο ούτε να ντρέπομαι για το χρώμα του δέρματός μου ούτε να υπερηφανεύομαι γι’ αυτό. Στην τελική, είμαστε όλοι άνθρωποι με τις ίδιες ανάγκες και σε όλους ανήκει ένα κομμάτι γης».

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Μεταξύ ρατσισμού και υπερηφάνειας…

Τα σχόλια είναι κλειστά.