Αλβανία, ένας ακόμη γείτονας που δεν γνωρίζουμε

*ΤΟΥ ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΜΟΥΣΤΑΦΑ

Ο εμπεριστατωμένος, κριτικός και αμερόληπτος χαρακτήρας του βιβλίου του Σταύρου Τζίμα θα βοηθήσει όλους εμάς, που παρακολουθούσαμε τότε από τα ΜΜΕ τα τεκταινόμενα στην Αλβανία, αλλά και τους νεώτερους συμπολίτες μας, να εντάξουμε τα γεγονότα στη συγκυρία τής μετά το ’89 εποχής και να κατανοήσουμε πολύ καλύτερα τα όσα τότε εκτυλίσσονταν, με αποκορύφωμα την αλβανική μεταναστευτική πλημμυρίδα στην Ελλάδα, τις επιχειρήσεις «σκούπα» των αρχών, την «Ομόνοια», τους Βρακάδες, τους Γκατζογιάννηδες, τη ΜΑΒΗ, και άλλα σχετικά…
Την εποχή εκείνη, μετά το ’89 δηλαδή, όσοι από μας στηρίζαμε την Αριστερά παρακολουθούσαμε με αμηχανία και θλίψη το ναυάγιο του «υπαρκτού», ενώ από την απέναντι πλευρά πανηγύριζαν για το τέλος της Ιστορίας και την εξαφάνιση του σοσιαλιστικού «φαντάσματος» από τον ουρανό της Ευρώπης… Τα προβλήματα έκτοτε δεν τα έλυσαν βέβαια οι αγορές, τουναντίον τα βάρυναν, όπως δραματικά το βιώνουμε στις μέρες μας, και εμείς ως αριστεροί μέσα από  καθαρές και σφαιρικές αναλύσεις πασχίζουμε να προτάξουμε εκ νέου έναν σύγχρονο δημοκρατικό και απελευθερωτικό λόγο. Και από αυτή την άποψη, το σκηνικό της μετάβασης της Αλβανίας στις παγκοσμιοποιημένες συνθήκες του λεγόμενου φιλελευθερισμού, μετάβαση που περιγράφει το βιβλίο, είναι για όλους μας, δυστυχώς, πολλαπλά χρήσιμη.
Εγώ όμως διάβασα το βιβλίο και ως μειονοτικός. Δηλαδή, κοιτάζοντας στον καθρέφτη της Ιστορίας την πολιτική και τη διπλωματία που ασκήθηκε, αντικρίζω στο είδωλό μου τους Έλληνες της Ιστανμπούλ, της Αλβανίας, της Τουρκίας, τους Τούρκους της Βουλγαρίας… Γι’ αυτό, με πολύ ενδιαφέρον, συγκίνηση, αγάπη και πίκρα διάβασα τα όσα αναφέρονται στον ελληνισμό της Αλβανίας.
Όσοι ζούμε στη Θράκη και παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα στη μειονότητα, στη μειονοτική πολιτική της χώρας μας, στην πολιτική της μειονότητας, θα βρούμε, σε διαφορετικό μέγεθος και ένταση, πολλούς παραλληλισμούς και ομοιότητες ανάμεσα σε Β. Ήπειρο και Θράκη. Γιατί οι μειονότητες, που έχουν συνήθως και «πατέρες» πατρίδες και «μητέρες» πατρίδες, έχουν στο ριζικό τους χαραγμένο το ρητό «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα».
Οι Έλληνες της Αλβανίας πλήρωσαν βαρύ τίμημα υπό το καθεστώς του Χότζα, από τις αμοραλιστικές πολιτικές Μπερίσα, αλλά και από τις «υπερπατριωτικές» πολιτικές των διάφορων Βρακάδων-Γκατζογιάννηδων και τις τυχοδιωκτικές πολιτικές επέκτασης της χώρας μας. Όπως εύστοχα αναλύει ο συγγραφέας, οι πολιτικές αυτές οδήγησαν σε μαρασμό τον ελληνισμό της Αλβανίας, που σήμερα αριθμεί λίγες χιλιάδες ψυχές.
Διαβάζοντας στο βιβλίο τις δραστηριότητες αυτόκλητων και εφήμερων πρωταγωνιστών (κυπατζίδων, συλλόγων, ιδρυμάτων, διπλωματών, μυστικών υπηρεσιών και οργανώσεων) στο μυαλό μου ήρθε η παρακάτω τουρκική παροιμία: «το σκυλί σαν δεν ξέρει πότε να γαβγίσει, μόνο ζημιά φέρνει στο κοπάδι!»
Εν τέλει, από το βιβλίο του Σταύρου Τζίμα, και όχι μόνο, αλλά και από την καθημερινή μας πολιτική ζωή, συμπεραίνουμε ολοκάθαρα ότι η εσωτερική και εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να χαράσσεται από τις παραπάνω φατρίες. Χρειάζεται σοβαρότητα, ευθύνη, προγραμματισμός, προοδευτικές, σύγχρονες, δημοκρατικές αντιλήψεις, και όχι αγκυλώσεις, μικρομεγαλισμοί και μυστικές πολιτικές επέκτασης και διείσδυσης.
Στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν οι συνεντεύξεις με τους πρωταγωνιστές της εποχής (Μπερίσα, Φάτος  Νάνο, τη χήρα του Χότζα, Νεζμιγιέ και με τον Αλβανίας Αναστάσιο). Προσωπικά θα ήθελα να αναφερθώ στον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων και να δημοσιοποιήσω μερικές αναμνήσεις που διατηρώ από τις συναντήσεις μας:
Συναντηθήκαμε με τον Αναστάσιο το ’97, όταν ήμουν βουλευτής, σε μια εκδήλωση που είχε οργανώσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Στρασβούργο για τους δημοκρατικούς θεσμούς στη Ν.Α. Ευρώπη. Εκεί μίλησα και εγώ ανάμεσα στους εισηγητές-εκπροσώπους των βαλκανικών χωρών, για τα προβλήματα των μειονοτήτων αλλά και για την βαρύτιμη συμβολή τους στο πολιτισμικό ψηφιδωτό της ανθρωπότητας, και καταλήξαμε στους κοινούς αγώνες που πασχίζουν να θεμελιώσουν την ειρηνική συνύπαρξη, την αλληλοκατανόηση και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ένας από τους ένθερμους υποστηρικτές μου εκεί, ήταν λοιπόν ο Τιράνων Αναστάσιος! Τότε οι συνθήκες στην Αλβανία ήταν τόσο τραγικές που οι μικροί Αλβανοί στην ερώτηση «Τι θα γίνεις σαν θα μεγαλώσεις», απαντούσαν «refugjat» δηλαδή πρόσφυγας. Στις συζητήσεις μας, ο Αναστάσιος τόνιζε ότι «η θρησκεία κρατά στο χέρι της το λάδι∙ μ’ αυτό μπορεί να γιάνει τις πληγές αλλά και να βάλει φωτιά». Ο ίδιος βέβαια, με τη ζωή του και το έργο του, έδειχνε πως νοιάζεται για να γιατρέψει τις πληγές. Σε μια τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε, τότε που υπό το βάρος του πολέμου είχε προκληθεί μαζική μετανάστευση Κοσοβάρων στην Αλβανία, στην ερώτησή μου «τι κάνετε εκεί» είχε απαντήσει: «φτιάχνουμε παραπήγματα για τα αδέλφια μας τους Κοσοβάρους».
Παρότι τα θρησκευτικά μου συναισθήματα είναι γνωστά, ότι δηλαδή δεν διατηρώ «δούναι και λαβείν» με κάθε μορφής θρησκευτικές εξουσίες, θα ήθελα να κλείσω με ένα ακόμη χαρακτηριστικό στιγμιότυπο που εκτυλίχθηκε στο Στρασβούργο: Όταν στο γεύμα ο Αναστάσιος ήθελε να ψάλουμε το «Χριστός Ανέστη», καθώς ήταν λίγο μετά το Πάσχα, ο επίσημοι και οι δημοσιογράφοι δίσταζαν, έτσι λοιπόν τον συνόδευσα εγώ να ευλογήσουμε το τραπέζι μαζί…!
*Ο Μουσταφά Μουσταφά είναι γιατρός, τ. βουλευτής του Συνασπισμού στο Ν. Ροδόπης
Advertisements